Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΦΡΟΝΗΣΗ


Με τη συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων από το αμφιλεγόμενο ελληνικό Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 και μετά τη λήξη της θητείας της κυβέρνησης που προέκυψε με το καταστάλαγμα των πυκνών και έντονων εξελίξεων που έθεσαν την Ελλάδα στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής για κάποιους μήνες, είναι ασφαλώς αναπόφευκτο να γίνουν διάφορες απόπειρες σύνδεσης του πολιτικού παρόντος της χώρας με μια φάση πολιτικών εξελίξεων που ανήκουν μεν πλέον στο παρελθόν, αλλά κατά κοινή ομολογία σχετίζονται με το σήμερα (με πολλούς τρόπους επιβεβαιώθηκε τούτη η διαπίστωση το βράδυ των εκλογών της 7ης Ιουλίου 2019)· τέτοιες απόπειρες – διαφόρων μορφών, επιπέδων και σκοπιμοτήτων – έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας. Ίσως, όμως, παράλληλα και συμπληρωματικά προς την ακριβή καταγραφή των γεγονότων είναι σημαντικό να φωτιστεί η σημασία εκείνης της σύντομης μεν, πλην σημαντικής περιόδου στη βάση μιας νηφάλιας ανασύνθεσης των επίδικων ζητημάτων («διακυβευμάτων») που κρίνονταν τότε και στο πλαίσιο μιας ουσιώδους αντιπαραβολής μεταξύ πολιτικού-ιδεολογικού λόγου και πραγματικότητας.
1. Από τη μεριά των ευρωπαϊστών, οι οποίοι επέλεξαν το εν πολλοίς γενικόλογο σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη» ως μηχανισμό ταύτισης και συνοχής, το δημοψήφισμα έκρινε την παραμονή ή όχι της χώρας στην ευρωζώνη, άρα και στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – αν προς στιγμήν παραβλέψουμε ότι η συμπερίληψη της Ελλάδας στις ισχυρές οικονομικά και πολιτικά χώρες περισσότερο αναγόταν στην φαντασίωση ενός ειδυλλιακού πρόσφατου παρελθόντος, παρά σε μια χειροπιαστή πραγματικότητα, αφού ήδη από τα πρώτα χρόνια της ένταξης της Ελλάδας στην ευρωζώνη πλάι στα προπαγανδιστικά ιδεολογήματα περί «σύγκλισης με την Ευρώπη» και «ισχυρής Ελλάδας» δεν έπαυε να συζητείται και να προκύπτει από ρεαλιστικές αναλύσεις και η εικόνα μιας απρόσωπης, γραφειοκρατικής και καπιταλιστικής Ευρώπης που αποφασίζει ερήμην των λαών (εκεί παραπέμπουν όροι όπως «γραφειοκρατία των Βρυξελλών», «γαλλογερμανικός άξονας» ή, επίσης, ο λόγος περί «δημοκρατικού ελλείμματος» και περί «Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων»).
2. Από τη μεριά των αντιευρωπαϊστών ή, πιο συγκεκριμένα, των δυνάμεων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στρέφονταν κατά της κυρίαρχης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, το δημοψήφισμα ήταν η σημαδιακή πράξη αντίστασης που θα οδηγούσε στην έξοδο από την κηδεμονία της ανάλγητης γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και στην «έφοδο στον ουρανό»[1] ενός μέλλοντος γεμάτου μεν με αντίσταση, ανυπακοή, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια, πλην όμως στις συγκεκριμένες όψεις του απροσδιόριστου. Επί της ουσίας κι εδώ κυριαρχεί μια ιδεολογικά καθορισμένη κατασκευή δομικά ισοδύναμη με εκείνη των ευρωπαϊστών, απλώς με αντεστραμμένο πρόσημο: το ειδυλλιακό μέλλον τοποθετείται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ευρωζώνης, με ιστορικά ερείσματα που εντοπίζονται είτε σε κάποιες μεταπολεμικές δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης με εθνικό νόμισμα στην Ελλάδα, είτε στις περιπτώσεις χωρών που κατά καιρούς λύνουν κάποια οικονομικά προβλήματα χρησιμοποιώντας εθνικό νόμισμα.
3. Από τη μεριά των δύο διαπραγματευόμενων μερών το δημοψήφισμα ήταν εκ πρώτης όψεως ζήτημα πολιτικής τιμής, επιβολής και κύρους, επί της ουσίας, όμως, επρόκειτο απλώς για μια φάση σε μια συνεχιζόμενη, σκληρή και ανοιχτή διαδικασία.
4. Τελικά, και ως προς το χειροπιαστό αποτέλεσμα υπήρχε εμφανής αναντιστοιχία μεταξύ φαίνεσθαι και είναι, μεταξύ προσδοκιών και πραγματικότητας, Η όλη διαδικασία, μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον, θύμιζε τη γνωστή μας ρήση ώδινεν όρος και έτεκεν μυν[2]. Και τούτο διότι στην κρίση του λαού (διαλαμβανόταν αναλυτικά στο ψηφοδέλτιο) τέθηκε μία διττή διαπραγματευτική πρόταση του Προέδρου της Κομισιόν Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, η οποία κατά τη χρονική στιγμή της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος είχε ήδη αποσυρθεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ επίσης απείχε ουσιαστικά από την πρόταση που διαμορφώθηκε και συζητήθηκε στη μετέπειτα μαραθώνια συνεδρίαση της νύχτας της 12η προς την 13η Ιουλίου και κατέληξε στο περίφημο «τρίτο μνημόνιο». Από τυπική άποψη, συνεπώς, το δημοψήφισμα θα μπορούσε να μην έχει γίνει ποτέ, ενώ ως προς το περιεχόμενο – αν θυμηθούμε και τη διαρκώς επανερχόμενη στην ιστορία ετερογονία των σκοπών – θα μπορούσε να λειτουργήσει ενισχυτικά ή υπονομευτικά για τις ελληνικές θέσεις ανεξαρτήτως συγκεκριμένου αποτελέσματος: δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι μετά τη γνωστοποίηση του αποτελέσματος άρχισαν να ακούγονται ολοένα πιο δυνατά και ξεκάθαρα οι φωνές που υποστήριζαν την αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη, με προεξάρχουσα εκείνη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Όπως μπορούμε πλέον να πούμε με τη σοφία των εξελίξεων που έκτοτε έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη και στην περίπτωση που μία λαϊκή ετυμηγορία υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιωκόταν να εφαρμοστεί, τούτο θα προσέκρουε σε πλείστα όσα εμπόδια, τα οποία, σε ένα γενικό επίπεδο, θα μπορούσαν να αναχθούν στην ιστορικά δεδομένη και θεσμικά παντοιοτρόπως εκφρασμένη κοινή πορεία και ανάπτυξη (γερμ. zusammenwachsen) των εμπλεκόμενων και συμβαλλόμενων μερών. Σε μια πορεία με στόχο την αποχώρηση θα μπορούσε μεν να προσδιοριστεί ένα χρονικό σημείο έναρξης, σε καμία περίπτωση όμως η περαιτέρω εξέλιξη, ούτε ασφαλώς και η τελική κατάληξη. Η λύση της απότομης και βίαιης αποχώρησης (αυτό περίπου που σήμερα εκφράζεται με τον όρο no deal) αφ’ ενός δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί μέχρι τέλους, αφού και πάλι πολλά θέματα σχετικά με τη διευθέτηση μελλοντικών πληρωμών και τις μελλοντικές οικονομικές σχέσεις θα έπρεπε κάποια στιγμή να ρυθμιστούν με διαπραγματεύσεις, αφ’ ετέρου είναι σαφές ποιο από τα διαπραγματευόμενα και συγκρουόμενα μέρη της ετεροβαρούς σχέσης θα έβγαινε καταφανώς και αναπόδραστα ζημιωμένο.
Ο Αλέξης Τσίπρας ήδη από την 1η Ιουλίου 2015 είχε αποσυνδέσει σαφώς την ενδεχόμενη έκβαση του δημοψηφίσματος από εγχειρήματα αλλαγής του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας: «Ορισμένοι συνδέουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με το ευρώ. Λένε ότι έχω τάχα κρυφό σχέδιο αν ψηφιστεί το «όχι» θα βγάλω τη χώρα από Ε.Ε. Λένε συνειδητά ψέματα», είπε με σαφήνεια. Συνεπώς η μετέπειτα περίφημη «μετατροπή» του ΟΧΙ σε ΝΑΙ μπορεί να εξέπληξε πολλούς και να ενόχλησε επίσης αρκετούς – σύμφωνα με τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί από διάφορες κατευθύνσεις, στις οποίες σε κάποιο βαθμό είχε συμβάλει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός – όμως αφ’ ενός παρέμενε στο πλαίσιο της εκφρασμένης ετυμηγορίας του ελληνικού λαού, ο οποίος ουδέποτε ρωτήθηκε για μιαν επιλογή αμεσότερη ή ριζοσπαστικότερη πέρα από τη στάση στις όποιες προτάσεις Γιούνκερ, ενώ αφ’ ετέρου αποτέλεσε μια χαρακτηριστική πράξη πολιτικής φρόνησης, αφού, αν θυμηθούμε τον Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια, στα χαρακτηριστικά της ύψιστης πολιτικής αρετής περιλαμβάνονται: α. η επικέντρωση στο καθ’ έκαστον, στο εκάστοτε συγκεκριμένο, άρα η, για πρακτικούς λόγους, απεμπλοκή από τυχόν γενικώς ισχύουσες παραδοχές και ιδεολογίες, β. η επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής, γ.  η αποφυγή ακραίων επιλογών με προσεκτικό συνυπολογισμό όλων των συνεπιδρώντων παραγόντων.
Ο φρόνιμος πολιτικός βρίσκει πάντα το σθένος να λαμβάνει τις ορθές αποφάσεις, ακόμη κι αν αυτές δεν είναι δημοφιλείς ή ηρωικές. Και αν δούμε τα πράγματα σε μιαν ιστορική προοπτική είναι ίσως τέτοιου είδους αποφάσεις αυτές που κατά κύριο λόγο λείπουν από τη χώρα μας.



[1]. Έκφραση που παραπέμπει στην εξύμνηση του επαναστατικού ρομαντισμού των Παρισινών κομμουνάρων από τον Κάρολο Μαρξ (πρβλ. Marx-Engels Werke, Dietz Verlag, Βερολίνο 1976, 33ος τόμος, σ. 206). Παρόμοιο κλίμα απηχεί και η επονομασία «ελληνική άνοιξη», η οποία δόθηκε στην όλη διαδικασία της αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης από μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού το πρώτο εξάμηνο του 2015. Με τούτες τις ονομασίες, παρά την αναμφισβήτητη αισθητική τους αξία, θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, αφού παραπέμπουν σε ήττες των αγωνιστών.
[2]. Πρβλ. Λουκιανός, Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν, 23, 1-9.

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ





Η ΕΚΔΕΦ σε όλα τα χρόνια της ύπαρξης και λειτουργίας της επιδίωξε με τις περιορισμένες δυνάμεις της να κατακτήσει τη σημαντική και πολύτιμη ικανότητα να αντιδρά με τρόπο λεπταίσθητο και έντονο, συνδυάζοντας φρόνηση και δυναμισμό, στις όποιες, μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας, εξελίξεις και αλλαγές που επηρέαζαν την τύχη της Φιλοσοφίας ως τομέα του πνεύματος, αλλά και ως αντικειμένου διδασκαλίας, στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτισμικής κληρονομιάς όπου αυτή εντάσσεται, αφ’ ενός, αλλά και με έμφαση στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη μοναδικότητά της, αφ’ ετέρου. Αυτήν ακριβώς την ικανότητα θα εξακολουθήσουμε να εκδηλώνουμε με όποιον τρόπο κριθεί απαραίτητος στις περιόδους και τις εποχές που έρχονται, όχι μόνον επειδή έτσι θα τιμήσουμε έμπρακτα τις παρακαταθήκες των διατελεσάντων ηγετών μας, αλλά και επειδή θα φανούμε συνεπείς με την ίδια την αποστολή και τα οράματά μας. Η προάσπιση, η διατήρηση, αλλά και η ενίσχυση της Φιλοσοφίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, στη Δευτεροβάθμια αλλά και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αποτελεί όρο διατήρησης και αναβάθμισης μιας ορισμένης ποιότητας πνευματικού βίου, την οποία, σε κάθε περίπτωση και δίχως δόση υπερβολής, την έχουμε ανάγκη και μας αξίζει.
Ζούμε στη χώρα στην οποία «παράγουμε περισσότερες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από όσες μπορούμε να καταναλώσουμε»· κάθε κυβερνών κόμμα και κάθε Υπουργός Παιδείας συνηθίζουν να επιδίδονται σε αλλαγές επί αλλαγών, με έμφαση στο σύστημα εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Από αυτήν την τάση δεν απέκλινε ούτε η κυβέρνηση που ολοκληρώνει τη θητεία της στις 7 Ιουλίου και πιθανόν να μην αποκλίνει ούτε η επόμενη. Διαφορετικές προτεραιότητες και αξίες μπορούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο κάθε φορά, διαφορετικές επιλογές μπορούν να είναι εξ ίσου σεβαστές και αποδεκτές, καλό θα ήταν, όμως, να εκπληρώνουν, ή έστω να υπηρετούν αποτελεσματικά, τους στόχους για τους οποίους δρομολογούνται. Η Ένωσή μας είναι εκ των πρώτων που αναγνωρίζει ότι τα σχετικά ζητήματα είναι σύνθετα κι ευαίσθητα και δεν προφέρονται για εύκολες συνθηματολογίες και κακοσχεδιασμένες πρακτικές. Θεωρούμε, μάλιστα, από θέση αρχής ότι η επιδίωξη και υλοποίηση συναινετικών λύσεων που θα προϋποθέτουν μεν, αλλά και θα υπερβαίνουν παραταξιακές διαφορές, είναι ευχής έργο και όραμα συνώνυμο μιας γνήσιας πνευματικής και πολιτικής προόδου και πολύ θα θέλαμε να το δούμε να παίρνει σάρκα και οστά (και) στη χώρα μας.
Εκκινώντας από αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, στην παρούσα φάση θα περιοριστούμε να δηλώσουμε ότι παρακολουθούμε εκ του σύνεγγυς τις μέχρι τούδε και τις επερχόμενες εξελίξεις και επιφυλασσόμαστε να προβούμε σε κινήσεις μελετημένες που πραγματικά θα συμβάλουν στην επίτευξη και την προώθηση αλλαγών επί τα βελτίω.
Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε για πολλοστή φορά τη μεγαλεπήβολη «κατάργηση» των Πανελλαδικών Εξετάσεων που κατέληξε στη διατήρησή τους με τροποποιήσεις σε διαδικαστικά ζητήματα, δίχως επαρκή και πειστική αιτιολόγηση. Ιδίως σε ό,τι αφορά τη Φιλοσοφία, θα θεωρήσουμε θετική τη διεύρυνση του φάσματος των διδασκόμενων και εξεταζόμενων κειμένων στον «Φιλοσοφικό Λόγο» της Ανθρωπιστικής Κατεύθυνσης της Γ΄ Λυκείου και ελπίζουμε ότι οι εξαγγελθείσες αλλαγές στον τρόπο εξέτασης θα λειτουργήσουν θετικά προς την κατεύθυνση της περίφημης ενίσχυσης της κριτικής σκέψης των τελειοφοίτων μαθητών. Δεν μπορούμε, όμως, από την άλλη να κρύψουμε την ανησυχία μας για το πνεύμα της «ευκολίας» που φαίνεται να καταλαμβάνει τους ιθύνοντες νόες των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων. Σ’ αυτήν την κατηγορία αλλαγών βλέπουμε να εμπίπτουν η ολοσχερής κατάργηση της Φιλοσοφίας από τα Εσπερινά Λύκεια, η οποία έρχεται να προστεθεί στην απαλοιφή των «δύσκολων» ζητημάτων θεωρητικής φιλοσοφίας από τη διδασκόμενη και εξεταζόμενη ύλη της Β΄ Λυκείου εν γένει. Αν, μάλιστα, συνδυάσουμε τις εκπτώσεις αυτές στις απαιτήσεις και το περιεχόμενο του μαθήματος με τις ισοπεδωτικές κινήσεις εις βάρος των Αρχαίων Ελληνικών, ήδη από τις μικρές γυμνασιακές τάξεις, και των Λατινικών στην Γ΄ Λυκείου, την τάξη προετοιμασίας για την πανεπιστημιακή μόρφωση, τότε θα προκύψει μια εικόνα πειραματισμών, από τους οποίους φαίνεται να απουσιάζει η βασική προϋπόθεση κάθε γνήσιας και ανθεκτικής μεταρρύθμισης, η ανθρωπιστική καλλιέργεια και ευαισθησία ως μέτρο των πραγμάτων και οδηγός των πράξεων. Οι ανησυχίες για τη «φιλοσοφία» των όποιων μεταρρυθμίσεων εντείνονται και από την πληροφόρησή μας για τα τεκταινόμενα σε προοδευμένες χώρες της Ευρώπης, όπου κι εκεί φαίνεται να πρυτανεύει η λογική της εδραίωσης του τεχνοκρατικού πνεύματος και της αγοραίας αποτελεσματικότητας.
Ανεξαρτήτως της στελέχωσης των κυβερνητικών αξιωμάτων στη χώρα μας, από την άλλη, το νέο ακαδημαϊκό έτος 2019-2020 θα ξεκινήσει μαζί με την έναρξη της λειτουργίας Τμήματος Φιλοσοφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην ιστορική πρωτεύουσα της παγκόσμιας φιλοσοφίας. Δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τον ενθουσιασμό μας για τούτην την εξέλιξη· δεν παραλείπουμε, ωστόσο, να δηλώσουμε ότι θα παραμείνουμε σε επαγρύπνηση, προκειμένου να συμβάλουμε στο μέτρο των δυνάμεών μας στην ολόπλευρα θετική απόληξη της ικανοποίησης ενός ιστορικά υπερώριμου αιτήματος. Και για να μας κατανοήσουν και οι πολιτικοί μας θα πούμε, εννοώντας όσα λέμε: η Φιλοσοφία μάς χρειάζεται όλους. Ή ακόμη, παραφράζοντας τα λόγια που είχε πει κάποτε ένας σπουδαίος πεπαιδευμένος πολιτικός άνδρας, ο Χαρίλαος Τρικούπης: η Φιλοσοφία πέπρωται να ζήσει και θα ζήσει.
Γ. Ηλ.
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τ. 79-80, Ιανουάριος-Ιούνιος 2019, σ. 26-27)  


Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ (1959-2019)

Η ομιλία μου στην εξόδιο ακολουθία για την αγαπημένη συνάδελφο, Τρίτη 12 Μαρτίου 2019, στον Ι.Ν. της Αγίας Σοφίας Νέου Ψυχικού.


Μόλις ακούσαμε τη θλιβερή είδηση της εκδημίας της αγαπημένης φίλης και συναδέλφου, της Αγγελικής Πουλοπούλου, η φύση της αττικής γης έδειχνε το πιο γλυκό και χαμογελαστό πρόσωπό της, ευρισκόμενη σε φάση ανοιξιάτικης αναγέννησης. Και καθώς μια φυσιολογική και αυθόρμητη αντίδραση προκειμένου να συλληφθεί το αδόκητο και να υποδηλωθεί το άρρητο, με το οποίο μας φέρνει αντιμέτωπους ο θάνατος, είναι η αναζήτηση θετικών σκέψεων και εικόνων σχετικών με το προκείμενο γεγονός, θα ήταν εύλογο να ανακαλέσει κανείς στη μνήμη του μια χαρακτηριστική φράση που ειπώθηκε από γνωστό πολιτικό άνδρα κατά την κηδεία του μακαριστού αρχιεπισκόπου Σεραφείμ πριν από πολλά, πλέον, χρόνια: είναι ωραίο να πεθαίνεις άνοιξη στην Ελλάδα.
Σε μας που έχουμε την τύχη να ζούμε σε τούτον τον ευλογημένο τόπο τούτη η φράση πράγματι ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μας και μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως ελάχιστο πλην κατάλληλο και στέρεο ψυχικό στήριγμα, ως μέσον κατευνασμού της οδύνης υπό δύσκολες συνθήκες. Κι ας γνωρίζει κατά βάθος κάθε εχέφρων και νοήμων άνθρωπος πως τούτη η φράση περισσότερο συμβολική παρά οντολογική αξία έχει, καθώς δεν ανήκει στις δυνατότητες του ανθρώπου να επιλέξει τις βασικές συντεταγμένες της βιολογικής ύπαρξης και της τελευτής του. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν σχέδια ερήμην του Θεού, όπως συνήθιζε να λέει και η αγαπημένη μας Αγγελική. Κατόπιν εορτής μπορούν μονάχα να εκδηλώνουν την ευαρέσκεια ή τη δυσαρέσκειά τους, να σχολιάζουν τα τεκταινόμενα και πολύ περισσότερο τα γεγονότα και στην καλύτερη περίπτωση να ικανοποιούνται με το έργο της αναπροσαρμογής των σχεδίων τους, όταν πλέον στην πραγματικότητα δεν έχουν άλλην επιλογή. Και τούτη τη βαθιά γνώση της conditio humana, των περιορισμών της ανθρώπινης ύπαρξης, έμελλε να τη βιώσει και με τρόπο τραγικό στις οικείες υποθέσεις της και η ίδια η φίλη και συνάδελφός μας, καθώς δεν αξιώθηκε, όπως λογάριαζε, να επιστρέψει στο πόστο της, στις επάλξεις του λειτουργήματός της, όταν πια η άνοιξη θα είχε μπει για τα καλά και ο καιρός δεν θα ήταν δυσμενής για την υγεία της, περιμένοντας τότε να μας αποχαιρετήσει όλους πανηγυρικά αποχωρώντας από την Υπηρεσία και ξεκινώντας τη διαδρομή της για την επόμενη φάση μιας ήρεμης και γεμάτης οικογενειακής ζωής. Όμως για μια φορά ακόμη οι θείες βουλές αποδείχτηκαν διαφορετικές και αδιαπραγμάτευτα ισχυρότερες από τις ανθρώπινες επιθυμίες.

Κυρίες και κύριοι
Η επίγνωση της θνητότητας του ανθρώπου είναι η αφετηρία και η προϋπόθεση της σοφίας του. Ως άνθρωπος πραγματικά μορφωμένος και βαθιά καλλιεργημένος η Αγγελική Πουλοπούλου υπήρξε ενεργό και δραστήριο μέλος της τοπικής κοινότητας των πιστών του τόπου τούτου, θέλοντας να συμβάλει στην κατάκτηση και τη διάδοση των αρετών που συνδέονται με τη γνώση και τη συνειδητοποίηση των ορίων, αλλά και των δυνατοτήτων του ανθρώπινου είναι, των αρετών της ευσέβειας, της μετριοφροσύνης, της σωφροσύνης, της δικαιοσύνης και πάνω απ’ όλα της αγάπης. Η Αγγελική, όπως μου είχε εμπιστευθεί, κρατούσε βαθιά μες στην ψυχή της την πολύτιμη παρακαταθήκη του πατέρα της, να είναι με τη μόρφωσή της πρώτα χρήσιμη στην κοινωνία και ύστερα στον εαυτό της. Κι έτσι δεν παρέλειπε να δείχνει πόσο λογάριαζε τον πλησίον, όχι με αφηρημένα λόγια και επιφανειακές διακηρύξεις, αλλά με καθημερινή βίωση των ηθικών αξιών που εκπήγαζαν από τα βάθη της ψυχής και της προσωπικότητάς της. Δεν δίσταζε σε καμία στιγμή να δείχνει την ένταση των συναισθημάτων της, είτε επρόκειτο για αντιδράσεις σε διαφορετικές απόψεις, είτε για μητρικές συμβουλές, είτε για φιλικές παρατηρήσεις και οξυδερκή πειράγματα. Ο πλησίον για την Αγγελική ήταν μια έννοια που δεν γνώριζε μικρόψυχους περιορισμούς, περιλάμβανε και τον συνάδελφο, και τον μαθητή, και τον απόφοιτο, και τον γονιό, και το στέλεχος της διοίκησης και της αυτοδιοίκησης, και τον άπορο και τον άστεγο της γειτονιάς. Πάντα με θετική σκέψη και όχι με κακία εξέφραζε με παρρησία την άποψή της, αφήνοντας τα πράγματα να εξελιχθούν μέχρι του σημείου που επέβαλλε η ίδια η αναγκαιότητα των καταστάσεων, επιδιώκοντας και πετυχαίνοντας πάντα την επάνοδο στην κανονικότητα των ειλικρινών σχέσεων και της αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτίμησης.
Λένε συχνά πως η επέλευση του θανάτου είναι η μόνη βεβαιότητα της ζωής. Ο άνθρωπος πράγματι δεν είναι σε θέση να επιλέξει εάν θα είναι θνητός, όμως μπορεί να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίον θα ζήσει τα χρόνια της βιολογικής ύπαρξης που του δωρίζει ο Δημιουργός του. Με τον τρόπο βίωσης του υπαρξιακού του χρόνου δείχνει και κατά πόσον μπορεί να συλλάβει εις βάθος το μυστήριο της ζωής, πράγμα που ειδικά για τον Χριστιανισμό έχει απόλυτη πρακτική προτεραιότητα στον ενθάδε κόσμο και αποτελεί προϋπόθεση για την ευόδωση των σχεδίων για την οριστική μεταφυσική υπέρβαση της θνητότητας. Η ζωή οφείλει να είναι στραμμένη στην ενσυνείδητη και ευφρόσυνη βίωση των φάσεων και των στιγμών της με άξονα τη σοφία της συνολικής θεώρησής της και τούτο ακριβώς έκανε πράξη με τρόπο υποδειγματικό η πολυφίλητη Αγγελική μας, έχοντας κατορθώσει να μοιραστεί ό,τι εκείνη θεωρούσε σημαντικό με όσους ανθρώπους αποδείχτηκαν σημαντικοί. Έχοντας κατορθώσει να βιώσει έντονα τις αντιθέσεις της ζωής, διαπνεόμενη όμως πάντα από βαθιά αγάπη για τη ζωή την ίδια, στην οποία ενέτασσε με σεμνότητα και σοφία την προσωπική της ύπαρξη, κατάφερε τελικά να μας δείξει πως η βεβαιότητα του θανάτου, μολονότι καθ’ εαυτήν ανυπέρβλητη, δεν πρέπει να κυριεύει και να καταβάλλει ψυχικά τον άνθρωπο στον καθ’ ημέρα βίο του, αντίθετα οφείλει να τον οπλίζει με την γνώση εκείνη, τη δύναμη και τη ζωντάνια που θα τον κάνουν τελικά να πορεύεται ευτυχώς και επιτυχώς σε όλα τα εγκόσμια, μικρά και μεγάλα. Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος παίρνει ό,τι του αναλογεί όχι από κάποια προσωπική δωρεά, αλλά από μιαν οικουμενική κληροδοσία, στην οποία ο ίδιος μετέχει και την χαίρεται στον ύψιστο βαθμό, δείχνοντας συνάμα πόσο την εκτιμά και την αναγνωρίζει, μόνον δια της οδού της αγάπης.

Αγαπημένη μας Αγγελική
Πάλεψες και έφυγες από τη ζωή λεβέντικα, όπως ακριβώς έζησες. Προσέφερες πολλά και επειδή δεν σου άρεσαν τα πολλά και κενά λόγια, θα αρκεστούμε να πούμε μετά λόγου γνώσεως πως το πιο πολύτιμο που μας άφησες ήταν το ίδιο το παράδειγμά σου. Την αγάπη μας δεν θα την χάσεις ποτέ, όσο μας επιτρέπουν και οι δικές μας ανθρώπινες δυνάμεις και σε ό,τι κάνουμε από εδώ και πέρα να είσαι βέβαιη πως και θα σε θυμόμαστε, συνεχίζοντας όσα δεν πρόλαβες να ολοκληρώσεις, και θα μας συντροφεύει η επιβλητική και δυναμική μορφή σου, θα μας εμπνέουν οι αρετές και η προσωπικότητά σου.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει, καθώς θα ίπταται η ψυχή σου στη γειτονιά των αγγέλων.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΖΑΝ ΠΩΛ ΣΑΡΤΡ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

"Ο ελληνικός λαός ήταν από τους πρώτους που ξεσηκώθηκε ενάντια στον ιταλικό φασισμό και ενάντια στη φασιστική τυραννία. Για πέντε χρόνια όλες οι χώρες του κόσμου είδαν στην ελληνική Αντίσταση το ίδιο το σύμβολο του θάρρους και της πίστης. Η Ελλάδα απέδειξε πως μια ήττα οφειλόμενη στην αριθμητική υπεροχή τού αντιπάλου μπορεί να μετατραπεί σε νίκη όταν δεν γίνεται αποδεκτή."

Ροζέ Μιλιέξ (επιμ.), Κείμενα και μαρτυρίες Γάλλων, απόδοση κειμένων στα ελληνικά Τ. Δρακοπούλου, απόδοση ποιημάτων Τ. Πατρίκιος, Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 293· παράθεμα σύμφωνα με το: Σχολικό βιβλίο Γ΄ Τάξης Λυκείου, Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου (από το 1815 έως σήμερα), Ι.Τ.Υ.Ε. "Διόφαντος, σ. 122 

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΑ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ

Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.) ήταν ένας φιλόσοφος που, αν μη τι άλλο, δίδαξε με το παράδειγμά του και μπορεί ακόμη και σήμερα να εμπνεύσει όσους τρέφουν βαθύ και γνήσιο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία.
Όχι μόνον επειδή επιχείρησε να τροποποιήσει σε καίρια σημεία την προγενέστερη ατομική φιλοσοφία του Αβδηρίτη Δημόκριτου, αλλά κυρίως επειδή διακήρυξε και επιδίωξε έμπρακτα την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δεισιδαιμονία μέσω της γνώσης, συνέβαλε στη διάρρηξη του προνομιακού κύκλου των ακροατών της φιλοσοφίας, ανέπτυξε μιαν ισορροπημένη σχέση με τις ηδονές, δίδαξε πως είναι δυνατή η υπέρβαση του φόβου του θανάτου - και για άλλους πολλούς λόγους, όπως αυτοί προκύπτουν από την ηθική διδασκαλία του - είναι ένας φιλόσοφος που αξίζει και σήμερα να μελετάται.
Και πράγματι τον τιμούν και τον μελετούν άνθρωποι που προσφεύγουν στη φιλοσοφία προκειμένου να αντιμετωπίσουν επιτυχώς σύγχρονους φόβους, προκαταλήψεις και απατηλές ιδεολογίες και αναζητούν μιαν ευσταθή και γόνιμη σχέση μεταξύ θεωρίας και απελευθερωτικής πράξης.
Η ενασχόληση με τον βίο του αποτελεί σε κάθε περίπτωση μια χρήσιμη εισαγωγή στο έργο του.  

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ


Μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν σε κάποιο βαθμό την εβδομάδα που μας πέρασε ήταν και η ομιλία του απελθόντος Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών.

Το θέμα είναι ενδιαφέρον, γι' αυτό και παραθέτουμε το πλήρες κείμενο. Ακολουθεί μια κριτική απάντηση, μια ανασκευή των βασικών θέσεων του Προέδρου, όπως αυτή αναρτήθηκε στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, γνωστού συγγραφέα και μεταφραστή.


Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ:

ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΡΑΠΤΗΣ  

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η Ελληνική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαική οικογένεια γλωσσών, καθώς και η άποψη ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως απετέλεσαν αντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα εντόνων συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Δύο θέματα, τα οποία δεν πρέπει να αφήνουν αδιάφορο κανένα Έλληνα, αφού το υψίστης σημασίας αγαθό της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, η Ελληνική γλώσσα προφορική και γραπτή, αρρήκτως συνδεδεμένη με την ταυτότητα, την συνέχεια, την επιβίωση και την προοπτική του Ελληνισμού, είναι υπόθεση όλων μας .Βεβαίως και του ομιλούντος λόγω της μακρόχρονης ενασχόλησής μου με την Εκπαίδευση και την συναφή αρθρογραφία μου με την οποία εστηλίτευσα τις ολέθριες νομοθετικές παρεμβάσεις στη γλώσσα μας με τον ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό ως Εκπαιδευτικών Μεταρρυθμίσεων. Δεδομένου ότι τα δυο αυτά θέματα είναι διεπιστημονικού χαρακτήρα και μάλιστα αντικείμενο πολλών διαφορετικών επιστημών, η εν προκειμένω προσπάθειά μου είναι να παρουσιάσω αυθεντικές γνώμες γλωσσολόγων, αρχαιολόγων, ιστορικών, ανθρωπολόγων, παλαιοντολόγων ώστε να χυθεί περισσότερο φως στα δύο αυτά περίπλοκα και σκοτεινά ακόμη  θέματα βάσει και των νεοτέρων ευρημάτων και των εξελίξεων στην ανθρώπινη αρχαιογενετικήDNA) και την πληθυσμιακή γενετική. Εξελίξεων, οι οποίες ανέτρεψαν ή και επιβεβαίωσαν προγενέστερες υποθέσεις.

Οι απαρχές της συγκριτικής γλωσσολογίας - ετυμολογίας
Στον Κρατύλο του Πλάτωνος που αποτελεί διάλογο για την ορθότητα των ονομάτων[1] με συνομιλητές τον Ερμογένη, τον φιλόσοφο-μαθηματικό Κρατύλο (ιδρυτή φιλοσοφικής σχολής τον 5ο π.X. αι.) και τον Σωκράτη βρίσκονται οι απαρχές της Συγκριτικής Γλωσσολογίας[2] σ’ ό,τι αφορά ονόματα βαρβάρων (δηλ. αλλοεθνών) και της συγκριτικής μεθόδου (όσον αφορά τις διαλέκτους της Ελληνικής π.χ. Αιολικής, Δωρικής, Ιωνικής, Αττικής κλπ), καθώς και οι απαρχές της Ετυμολογίας για το πώς καθορίζεται η ορθή ονοματοθέτηση (ονοματοδοσία) των λέξεων (ονομάτων), φύσει ή νόμω. Σύμφωνα με τον φύσει καθορισμό (κατά τον Κρατύλο) υπάρχει συμφωνία μεταξύ ονόματος (λέξεως) και του εννοιολογικού περιεχομένου της ετυμολογικώς (δηλ. μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), ενώ σύμφωνα με τον νόμω καθορισμό των ονομάτων (λέξεων) η ονοματοθέτηση είναι συμβατική. Η Ελληνική γλώσσα είναι κατ’ εξοχήν εννοιολογική ή νοηματική, δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ ονομάτων –λέξεων και της ετυμολογικής σημασίας τους. Κατά τον Πλάτωνα (Κρατύλος 435-436) «Ος άν τά ονόματα επίσταται, επίσταται και τα πράγματα». Πρώτος ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. αι.) στο έργο του «Περί συνθέσεων ονομάτων» θεωρεί τον Πλάτωνα θεμελιωτή της Ετυμολογίας γράφοντας: «Τον υπέρ ετυμολογίας λόγον πρώτος εισήγαγε Πλάτων πολλαχή μέν και άλλοθι, μάλιστα δε εν τω Κρατύλω». Για την αξία της νοηματικής ιδιότητας των ονομάτων ο Αριστοτέλης επισημαίνει: «Ο λόγος, εάν μη δηλοί, ου ποιήσει το εαυτού έργον» (Τέχνη ρητορική Γ. 2149), στη συνέχεια δε εξαίρει την Ελληνική με την φράσιν: «Το Ελληνίζειν εστίν το ορθώς ονομάζειν» (Τέχνη ρητορική Γ. 4.1407). Αλλά και στους νεώτερους χρόνους ο Γερμανός φιλόσοφος-φυσικός Βένερ Χάϊζενμπεργκ (Βραβείο Νομπέλ 1932) είχε δηλώσει: «Η θητεία στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και το εννοιολογικό περιεχόμενο».

Tο Ελληνικό αλφάβητο και τα φοινικικά σύμφωνα
Αν το πρώτο αλφάβητο (ακριβέστερα σύστημα γραφής) είναι Σημιτικοφοινικικό και αν οι Φοίνικες (κλάδος σημιτικής φυλής που διακρίθηκε στην ναυτιλία και στο εμπόριο) το πήραν από τους Εβραίους και το μετέδωσαν στους Έλληνες, έχει γίνει αντικείμενο πολλών συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Συναφή θέματα προς διερεύνηση είναι το πότε οι Φοίνικες μετανάστες εγκαταστάθηκαν στη Φοινίκη και ποιές οι αρχαιότερες επιγραφές ή γραπτά κείμενα του Φοινικικού πολιτισμού. Για την υπάρχουσα άποψη περί της καταγωγής του Ελληνικού αλφαβήτου από τα «φοινικικά γράμματα», δηλαδή από το φοινικικό ουσιαστικώς «Συλλαβάριο» αξίζει να παρατηρηθεί ότι την άποψη αυτή οι “Φοινικιστές” εστήριξαν κυρίως στη γνωστή ρήση του Ηροδότου: «Οι Φοίνικες ... εισήγαγον διδασκάλια ες τους Έλληνες και δή και γράμματα ουκ εόντα πρίν Έλλησι, ώς εμοί δοκεί...». Δηλαδή ο Ηρόδοτος διατυπώνει τούτο με επιφύλαξη (ως εμοί δοκεί), αναφερόμενος αορίστως σε γράμματα και όχι στα γράμματα συγκεκριμένης γραφής.
Με την άποψη όμως του Ηροδότου δεν συμφωνεί ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης (Ε΄74), ο οποίος διευκρινίζει ότι τα λεγόμενα «Φοινίκεια γράμματα» δεν είναι εφεύρεσις των Φοινίκων, αλλά διασκευή άλλων γραμμάτων, δηλαδή των Ελληνικών-Κρητικών, δηλώνοντας: «Φασί τους Φοίνικας ουκ εξ αρχής ευρείν, αλλά τους τύπους των γραμμάτων μεταθείναι μόνον...». Ας σημειωθεί ότι οι Φοίνικες, όπως φαίνεται από διάφορες ιστορικές πηγές, εγκατεστάθησαν στην Φοινίκη (σημερινός Λίβανος και εν μέρει Συρία) αναμειχθέντες με τους αυτόχθονες Χαναανίτες μεταξύ 1.200 και 1.100 π.Χ.. Γραπτά κείμενα ή επιγραφές για τον Φοινικικό πολιτισμό δεν έχουν ευρεθεί μέχρι σήμερα .
Βάσει ιστορικών δεδομένων, επιγραφών και πολλών αναφορών σε (γνωστά) κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων έχει γίνει δεκτό από την διεθνή επιστημονική κοινότητα ότι η Ελληνική (αλφαβητική) γραφή υπήρχε πιθανότατα πριν από την εποχή του Τρωϊκού πολέμου( δεν εννοούμε την γραμμική Α’ ή Β’ ούτε βεβαίως την αρχαιότερη Κρητική μέσω ιδεογραμμάτων ιερογλυφική γραφή). Ωστόσο, η Ελληνική (αλφαβητική) γραφή φαίνεται ότι βάσει ιστορικών πηγών υπήρχε πριν από τους χρόνους του Ομήρου. Π.χ στην Ιλιάδα (περιγράφουσα τον Τρωικό Πόλεμο) ο Όμηρος, αναφερόμενος στον Βελλερεφόντη, γράφει «σήματα λύγρα γράψας εν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά» (επιστολή Προίτου προς τον πενθερό του, τον Ιοβάτη Ζ 169). Επίσης ο Όμηρος κατά τον φιλόσοφο και ιστορικό Πορφύριο (3ος μ.Χ. αι.) έγραψε την Ιλιάδα «ουχ άμα, ουδέ κατά το συνεχές, καθάπερ σύγκεινται, αλλ’αυτός μεν εκάστην ραψωδίαν γράψας και επιδειξάμενος εν τω περινοστείν τας πόλεις τροφής ένεκεν απέλιπεν...» (Λεξικό Σούδα ή Σουίδα).
Ο Μιστριώτης αναφέρει ότι ο Απολλόδωρος (180-110 π.Χ.) μας γνωρίζει ότι ο Οίαξ, κατά τον Τρωϊκό πόλεμο έγραψε την είδηση του θανάτου του αδελφού του, του Παλαμήδη[3] επάνω σε πηδάλιο, το οποίον τα θαλάσσια κύματα μετέφεραν στον πατέρα τους, τον Ναύπλιο.

Ενδιαφέρουσα είναι η Επιστημονική Ανακοίνωση των Ελλήνων ερευνητών Σταύρου Παπαμαρινόπουλου και των συνεργατών του, την οποία παρουσίασα στην Δημόσια Συνεδρία της Ακαδημίας (19/10/2017) με τίτλο «Αστρονομικές Χρονολογήσεις του τέλους του Τρωϊκού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα» (Πρακτικά Ακαδημίας, τ.92 Α΄, 2017). Η Ανακοίνωση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το τέλος του Τρωικού Πολέμου χρονολογείται προ του 1200 π.Χ. Η χρονολογία αυτή υποδηλοί την ύπαρξη γραφής κατά τους χρόνους του Τρωικού Πολέμου, ενόψει και των προεκτεθέντων από τον Όμηρο περί του Βελλερεφόντη και από τον Μιστριώτη - Απολλόδωρο για όσα αναφέρουν για τον Οίακα.   Εάν πράγματι υπήρχε γραφή πριν το 1200 π.Χ. τα υποστηριζόμενα ότι δήθεν οι Έλληνες πήραν το σύστημα γραφής (συλλαβάριο) από τους Φοίνικες κλονίζονται, στερούμενα αξιοπιστίας. Βεβαίως το ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό ελλείψει αποδείξεων, διότι οι υπάρχουσες ενδείξεις δεν αρκούν.
Κατά τον Sir Arthur Evans «Η γραφή της Κρήτης είναι η μήτηρ της Φοινικικής», ενώ κατά τον Ρενέ Ντυσσώ «Οι Φοίνικες είχαν παραλάβει πρωϊμότατα το αλφάβητόν των παρά των Ελλήνων, οίτινες είχαν διαμορφώσει τούτο εκ της Κρητο-Μυκηναϊκής γραφής»(βλ και ο Γκεόργκιεφ Προβλήματα της Μινωïκής Γλώσσας, Σόφια 1953). Το Φοινικικό δεν είναι αλφάβητο, αλλά «Συλλαβάριο» χωρίς φωνήεντα με 22 σύμφωνα και χωρίς τα σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ του ελληνικού αλφάβητου. Αλλά και κατά το Κέντρο του Πανεπιστήμιου Irvain TLG(Thesaurus Linguae Grecae) ο Κρητικός ιστορικός Δωσιάδης (συγγράψας την τοπική ιστορία της Κρήτης) αναφέρει ότι το αλφάβητο ευρέθη από τους Κρήτας.
Ο Πλούταρχος (Προβλήματα 737) θεωρεί αφελή την άποψη ότι το γράμμα “άλφα” είναι Φοινικικό εκ του «Αλεφ» που ονόμαζαν τον βούν (θεωρούμενον πρώτον εκ των αναγκαίων). Κατά το Λεξικό ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ Το Μέγα το γράμμα ¨άλφα¨ προέρχεται εκ του ρήματος άλφω (=ευρίσκω), διότι «πρώτον γαρ των άλλων στοιχείων ευρέθη».
Η κάθε πόλις-κράτος ή περιοχή στον αρχαϊκό ελληνικό κόσμο είχε το δικό της αλφάβητο (με μικρές παραλλαγές από εκείνα των άλλων πόλεων). Το σημερινό Ελληνικό αλφάβητο είναι το επικρατήσαν Ιωνικό με 24 γράμματα από το 403 π.Χ. επί άρχοντος Ευκλείδου. Το Κορινθιακό επίσης διαθέτει 24 γράμματα, το Κρητικό 21, της Μιλήτου 24, το Χαλκιδικό 25 από το οποίον προήλθε το σημερινό Λατινικό μετά από προσαρμογή από τους κατοίκους του Λατίου της Ιταλίας (οι οποίοι, ως φαίνεται, το παρέλαβαν από Έλληνες της Κύμης). Από το Ελληνικό επίσης αλφάβητο προήλθαν το Ετρουσκικό, το Κυριλλικό, το αρχαίο Φρυγικό, το αλφάβητο της Λυκίας, το Λυδικό, το Αρμενικό, το Κοπτικό, το Γοτθικό κλπ.
Οι απαρχές της Ελληνικής γραφής
Πηγές για τις απαρχές της Ελληνικής γραφής υπάρχουν πολλές, μεταξύ των οποίων: 1) Η πινακίδα του Δισπηλιού της Καστοριάς που έφερε σε φως το 1993 ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης, την οποίαν αρχαιομέτρες τόσο από το Ερευνητικό Κέντρο Δημόκριτος όσο και του εξωτερικού, χρονολόγησαν στο 5.250 π.Χ., 2) «Το Όστρακο στην Ερημονησίδα Γιούρα των Σποράδων», το οποίον ευρήκε ο αρχαιολόγος Αδάμ Σαμψών με Ελληνική επιγραφή του 5.500 π.Χ. στην οποία διακρίνονται ευκρινώς τα γράμματα Α Υ Δ χωρίς βεβαίως να είναι γνωστή η φωνητική τους αξία και 3) «Το Όστρακο στην Περιοχή Πιλικάτα της  Ιθάκης» χρονολογούμενο το 2.700 π.Χ. στο οποίον υπάρχουν χαραγμένα συμβολικά σχήματα παρόμοια με αυτά των Γραμμικών Γραφών Α’  και Β’.
 Εν προκειμένω, εύλογο τίθεται το ερώτημα πώς είναι δυνατόν χιλιάδες στίχων των Ομηρικών Επών να διατηρούνται και μεταφέρονται επί πολλούς αιώνες αναλλοίωτοι με θαυμαστή ακρίβεια. Γι’ αυτό και ο Μιστριώτης στο έργο του «Ιστορία των Ομηρικών Επών» (Τύποις Σακελλαρίου, Αθήνα, 1903, έκδοση Β) αναφέρει : «Το πολύμορφον και η αστασία εν τη εκτάσει και συστολή φωνηέντων, ού δύναταί τις αποδούναι τη ελλείψει της γραφής». Ο καθηγητής Τζιλμπερτ  Χάϊγκετ δηλώνει ότι ένα ποίημα σαν την Ιλιάδα είναι αδύνατον να είχε παραδοθεί χωρίς γραφή (Η Κλασσική παράδοση, Εκδ. ΜΙΕΤ ), ενώ ο διάσημος συγγραφέας Χόρστ Μπλάνκ (Εκδ. Παπαδήμα, σελ. 148) βεβαιώνει ότι «Σήμερα ένα μεγάλο μέρος φιλολόγων κλείνει προς την υπόθεση ότι η σύνταξη των Ομηρικών Επών είχε ήδη καταστήσει απαραίτητη την γραπτή παγίωση του κειμένου... οι ραψωδοί κουβαλούσαν μαζί τους το γραπτό χειρόγραφο αντίτυπό τους». Επίσης η Γαλλίδα Ελληνίστρια Ζακλίν Ντε Ρομιγύ δηλώνει κατηγορηματικά: «Όμηρος και γραφή συνυπάρχουν» (Γιατί η Ελλάδα, Εκδ. Τό ΆΣΤΥ, σελ. 28). To δακτυλικό εξάμετρο στα Ομηρικά έπη βασίζεται στην προσωδεία (μακρά και βραχέα φωνήεντα, διπλά σύμφωνα, δίφθογγοι κλπ). Η άποψη ότι οι Φοίνικες δάνεισαν κάποια σύμφωνα και αμέσως οι Έλληνες έγραψαν ορθογραφημένα τα έπη, δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα, όπως αναφέρει το Λεξικό Σούδα ή Σουίδα (βλ. Φοινίκη πόλις).
 Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Αμερικανού ιστορικού/φιλοσόφου, συντάκτη της παγκόσμιας ιστορίας πολιτισμού, William Durant: «Οι Φοίνικες δεν ήσαν οι εφευρέται του αλφαβήτου, το κυκλοφόρησαν μόνο από τόπο σε τόπο. Το επήραν από τους Κρήτες και το μετέφεραν στην Τύρο, στην Σιδώνα, στην Βύβλο και άλλες πόλεις της Μεσογείου. Υπήρξαν οι «γυρολόγοι» και όχι οι εφευρέται του αλφαβήτου». Ο αρχαιολόγος-επιγραφικός Απόστολος Αρβανιτόπουλος είχε δηλώσει: «Το αλφάβητο επενόησαν και εφήρμοσαν οι Αρχαίοι Έλληνες... εδώρισαν δε αυτό εις απάσαν την ανθρωπότητα ως κοινόν κτήμα αυτής». Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες με κείμενα αρχαίων ιστορικών και συγγραφέων (μεταγενέστερα της εποχής του Ομήρου) τα οποία υποστηρίζουν ότι υπήρχε γραπτή Ελληνική γλώσσα (διάφορος της Γραμμικής Β’) περί το 1200 π.Χ., δηλαδή πριν από το Φοινικικοσημιτικό Συλλαβάριο. Ωστόσο, τεκμήρια (π.χ. επιγραφές) για την ύπαρξη Ελληνικής γραφής που ανάγεται σ’ αυτήν την περίοδο δεν υπάρχουν.
Γι΄ αυτήν  την ασύγκριτης τελειότητας γλώσσα που εμείς οι ίδιοι κακοποιήσαμε, ενώ για τους ξένους ελληνιστές και γλωσσολόγους αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού και μελέτης, χαρακτηριστική είναι η δήλωση του διακεκριμένου Ελληνιστού καθηγητού στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Gilbert Murray: «[…]μία σκέψη μπορεί να διατυπωθεί με άνεση και χάρι στην Ελληνική, ενώ γίνεται δύσκολη και βαρειά στην Λατινική, Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική. Η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα, επειδή εκφράζει τις σκέψεις τελειοτέρων ανθρώπων». Ο διακεκριμένος Ελληνιστής και γλωσσολόγος Ισπανός καθηγητής F.R. Adrados, ξένος εταίρος της Ακαδημίας Αθηνών, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι Δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες είναι ημιελληνικές ή κρυπτοελληνικές.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (2ος π.Χ. αι.) θεωρείται ότι πρώτος επενόησε και εφήρμοσε τους τόνους και τα πνεύματα .
«Στον «δίσκον της Φαιστού» χρονολογούμενον[4] πρό του 1.200 π.Χ. (ο οποίος ευρέθηκε στην Κρήτη και δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί μέχρι σήμερα) φαίνονται ευκρινώς «τυπωμένα» τα γράμματα Β Γ Λ Υ. Οι Michael Ventris και John Chadwick [5] υπεστήριξαν για πρώτη φορά ότι οι πινακίδες «από ψημένο πηλό, από την δεύτερη χιλιετία π.Χ., οι οποίες βρέθηκαν στη Πύλο, στην Κνωσό, στις Μυκήνες και άλλα μέρη, περιείχαν ελληνικά έγγραφα που προέρχονταν από τα αρχαία Μυκηναϊκά Βασίλεια». Τα Μυκηναϊκά, όπως πρόσφατα ετόνισε ο F.R. Adrados[6] (εν συνεχεία άλλων) ήταν ελληνικά, γραμμένα με την βοήθεια μίας αρχαίας συλλαβικής γραφής που στην συνέχεια ξεχάστηκε.
Επίσης, σε ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών (8-10 Μαρτίου 2013) ο διακεκριμένος Αυστριακός γλωσσολόγος και Μυκηνολόγος Osvald Panagl[7] ανάφερε ότι: οι ως άνω πινακίδες (Κνωσού, Πύλου, Μυκηνών) ήταν γραμμένες σε μία αρχέγονη παραλλαγή της αρχαίας Ελληνικής, 500 χρόνια προγενέστερης του γλωσσικού ιδιώματος των Ομηρικών Επών. Συνεπώς, η χρονολογία τους ανάγεται περί το 1300 π.Χ. Πρόσφατα στην Ίκλαινα της Μεσσηνίας (14 χλμ. από την Πύλο) ο αρχαιολόγος Μιχαήλ Κοσμόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι των ΗΠΑ (υπεύθυνος ανασκαφών από το 1998 στο χώρο αυτό) βρήκε “μέσα σε μπάζα και σκουπίδια” την αρχαιότερη μέχρι σήμερα πήλινη πινακίδα Γραμμικής Β΄ χρονολογούμενη μεταξύ 1450 και 1400 π.Χ., όπως μου εγνώρισε με σχετική επιστολή του[8]. Πάντως, η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή χαραγμένη σε πήλινο αγγείο στην «Οινοχόη του Διπύλου» είναι του Η΄π.Χ. αι.: «ΗΟΣ ΝΥΝ ΟΡΧΕΣΤΟΝ ΠΑΝΤΟΝ ΑΤΑΛΟΤΑΤΑ ΠΑΙΖΕΙ, ΤΟΤΟ ΔΕΚΑΝ MΙΝ (ὃς νῦν ὀρχηστῶν πάντων ἀταλώτατα παίζει τῶ τόδε)
Ωστόσο, ενόψει των προεκτεθέντων, η επιγραφή αυτή δεν πρέπει να είναι η αρχαιότερη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι σήμερα ποσοστό μικρότερο του 5% της Ελληνικής Γραμματείας έχει γίνει γνωστόν, είναι εύλογο να αναμένει κανείς ότι στο μέλλον νεώτερα ευρήματα θα φέρει σε φως η αρχαιολογική σκαπάνη.
Κατά τον γλωσσολόγο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Charles Sturt της Αυστραλίας  Γεώργιο Καναράκη6 (αλλά και άλλους ερευνητές) βάσει της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας «η ελληνική γλώσσα δεν ανήκει σε καμία από τις γλωσσικές ομάδες της Ινδοευρωπαϊκής οικογενείας και συνεπώς κατατάσσεται ως μεμονωμένη γλώσσα (isolate) μέσα στο πλαίσιο της ομογλωσσίας αυτής». Ο όρος Ινδοευρωπαίοι εισήχθη το 1813 από τον βρετανό γλωσσολόγο ιατρό και φυσικό Thomas Young (1779-1829). Ο κορυφαίος διεθνώς γλωσσολόγος – ελληνιστής F.R. Adrados[9] σε ανακοίνωσή του στην Ακαδημία Αθηνών είπε: ότι οι Μινωίτες «τους οποίους δεν ξέρουμε πώς να ορίσουμε με ακρίβεια, αλλά Ινδοευρωπαίοι δεν ήταν – δεν ήταν Ευρωπαίοι οι άνθρωποι που έγραψαν τον «δίσκο της Φαιστού», ούτε αυτοί που έγραψαν την Μυκηναϊκή γραφή». Η επικρατούσα άποψη, αντίθετη εκείνης του Sir Arthur Evans (κατά την οποία Λύβιοι και Αιγύπτιοι μετανάστευσαν στη Κρήτη αναπτύξαντες τον Μινωικό πολιτισμό) ,είναι ότι οι Μινωίτες δεν ανήκουν στους γλωσσικά Ινδιευρωπαϊκούς πληθυσμούς που εποίκησαν την Ευρώπη την Νεολιθική εποχή. Ωστόσο, η ερευνητική ομάδα του Καθηγητού Γενετικής και Γενετικής Ιατρικής στο  Πανεπιστημίου G. Washington Γεωργίου Σταματογιαννόπουλου σε συνεργασία με Έλληνες και ξένους επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων απομόνωσε το αDNA (ancient DNA) από Mινωικά υπολείμματα 4300 χρόνων και καθόρισε τους πολυμορφισμούς του μιτοχονδριακού, οι οποίοι έχουν τα χαρακτηριστικά του Ευρωπαϊκού πολιτισμού[10]. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι πρόσφατη δημοσίευση του ίδιου και συνεργατών του με τίτλο ¨"Η Πληθυσμιακή Γενετική και η Θεωρία Περί Δήθεν Αφανισμού των Ελλήνων της Πελοποννήσου κατά τον Μεσαίωνα" που ανακοίνωσα στην Ακαδημία Αθηνών (27/4/2017) με την οποία αποδεικνύετο ότι η Πληθυσμιακή Γενετική μπορεί να διευκρινίσει σημαντικά θέματα καταγωγής και ιστορίας του Ανθρώπινου πληθυσμού. Ο διακεκριμένος Γερμανός γλωσσολόγος Franz Bopp (συντάκτης της Συγκριτικής Γραμματικής το 1857) έχει υποστηρίξει ότι τα Σανσκριτικά στηρίζονται στα Ελληνικά και όχι το αντίστροφο11. O δε διαπρεπής Γερμανός Ινδολόγος Μαξ Μύλλερ11 έχει δηλώσει: «συγκρίνοντας καλά την σανσκριτική με την αρχαία ελληνική, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η ελληνική όχι μόνο είναι πιο αρχαία, αλλά και ότι επιπλέον, όλοι οι συντακτικοί και γραμματικοί τύποι είναι ανώτεροι και μεγαλύτερης αξίας». Σημειωθήτω ότι τα πρώτα επιγραφικά μνημεία που έφερε σε φως η αρχαιολογική σκαπάνη στις Ινδίες είναι τα περίφημα διατάγματα Ασόκα[11] του Γ΄ π.Χ. αι.

Ινδο-Ευρωπαίοι, Αρχαιογενετική και Γενετική των Ελλήνων
Αξίζει να επισημανθεί ότι η Ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ομοεθνία, δηλαδή την ύπαρξη Ινδοευρωπαϊκής φυλής (ή φυλών). Επίσης, η ένταξη μιας γλώσσας στην Ινοδευρωπαϊκή οικογένεια δεν αποτελεί ένδειξη ή πληροφόρηση για την ύπαρξη ομιλούσης αυτήν φυλής. Ως φυλή ορίζεται ομάδα ανθρώπων με ένα σύνολο κληρονομουμένων κοινών φαινοτυπικών χαρακτηριστικών, ενώ ως έθνος ορίζεται ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηρίστηκα όπως  την γλώσσα, τον πολιτισμό, την θρησκεία. Στο βιβλίο του Ινδο-Ευρωπαίοι (σελ.317-322) ο επιφανής Ιρλανδός γλωσσολόγος Jim P. Mallory αναφερόμενος στην έννοια της φυλετικής ανωτερότητας που χρησιμοποίησαν οι Εθνικοσοσιαλιστές στην Γερμανία παρατηρεί ότι:[…]« θα ήταν λάθος να φανταστούμε ότι αυτή η γελοία ιδεολογία για τους Ινδο-Ευρωπαίους ή, όπως ήταν γνωστότεροι τότε, τους Άριους ήταν απλώς δημιούργημα μιας χούφτας Ναζί». Σε πρόσφατη μάλιστα επικοινωνία μου[12] μέσω Η/Τ με τον κ. Jim Mallory ο τελευταίος βεβαιώνει και πάλι ότι η έννοια περί ρατσισμού ήταν παλαιότερη από τους Ναζί (οι οποίοι αργότερα την εκμεταλλεύθησαν).
Για την προέλευση των Ελλήνων είναι άξιο ιδιαίτερης μνείας το σημαντικό και εκτεταμένο ερευνητικό έργο, μισού και πλέον αιώνα, του γνωστού ανθρωπολόγου (και βιολόγου) Άρη Πουλιανού με το οποίον αντικρούει την θεωρία Φαλμεράιρερ καταλήγοντας σε εξόχως ενδιαφέροντα πορίσματα, όπως μεταξύ άλλων: «Οι Έλληνες, από ιστορική άποψη, είναι αυτόχθονες και δεν ήλθανε στην Ελλάδα από αλλού […]». Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξε και η πρόσφατη διεπιστημoνική έρευνα για τη γενετική σύσταση των Ελλήνων και άλλων λαών με βάση σύγχρονες μεθόδους γενετικής (DNA) που πραγματοποίησαν από κοινού τα Πανεπιστήμια Παβίας (Ιταλία), Stanford (ΗΠΑ), Βαγδάτης, άλλα ερευνητικά κέντρα καθώς και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης υπό τον Καθηγητή Γενετικής και Μοριακής Βιολογίας κ. Κων. Τριανταφυλλίδη συγγραφέα πολύ αξιόλογου σχετικού πονήματος[13]. Για την κατανόηση των συμπερασμάτων της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής έρευνας, απαιτούνται γνώσεις Γενετικής, η οποία χρησιμοποιεί διαφόρους γενετικούς δείκτες ανίχνευσης της βιολογικής ιστορίας, προέλευσης και μετανάστευσης ανθρωπίνων πληθυσμών. Για το εξειδικευμένο αυτό θέμα των γενετικών δεικτών θα υπάρξει στο μέλλον σχετική ανακοίνωση.
Η προφορική Ελληνική γλώσσα κατά τον διάσημο Αρχαιολόγο Colin Renfrew[14]  (την οποία απεκάλεσε Πρωτοελληνική, Protogreek) και τον Gray et al[15]  άρχισε να διαμορφώνεται στον Ελλαδικό γεωγραφικό χώρο πριν από 6.500 χρόνια.
Σύμφωνα με την υπόθεση της Ανατολίας του C.Renfrew, που υποστηρίχθηκε από τον Gray και τους συνεργάτες του, οι Νεολιθικοί γεωργοί της Ανατολίας ήσαν οι Πρωτοϊνδοευρωπαίοι που έφεραν την Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών στην Ευρώπη, πριν από περίπου 8.700 χρόνια.
Πάντως, πρόσφατες έρευνες (Soares P., Achilli A., et al: Curr. Biol. 20, R174-R183, 2010 και Herrera K., Lowery R., et al: Eur. J. Hum. Genet. 20, 313-320, 2012) έδειξαν ότι η υπόθεση της Ανατολίας των Renfrew και Gray (για την καταγωγή και διασπορά της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών από την Ανατολία) είναι λιγότερο πειστική σήμερα, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κοιτίδα της Πρωτοινδοευρωπαϊκής πληθυσμιακής ομάδος, η οποία διάδωσε την Ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία, απαιτεί περαιτέρω έρευνα.
Επίσης ο επιφανής καθηγητής γλωσσολογίας κ. J. Mallory μου εγνώρισε τα εξής: «Δεν πιστεύω στην ύπαρξη Ινδο-Ευρωπαίκής φυλής. Ο όρος Ινδο-Ευρωπαϊκός είναι καθαρώς γλωσσικός και δεν σημαίνει οποιοδήποτε ιδιαίτερο φυσικό τύπο. […], μπορεί κανείς να κάνει χρήση αποδείξεως με το αρχαίο DNA για να ανιχνεύσει ανθρώπινες μεταναστεύσεις από μια περιοχή σε άλλη. Πρόσφατα δημοσιεύθησαν δύο μείζονος σημασίας εργασίες στο επιστημονικό περιοδικό Nature (Nat:Article 2011, and Nat: Letter 2015) σχετικές με απόδειξη μέσω αρχαίου DNA για επεκτάσεις πληθυσμών από τις Ρωσικές στέπες τόσον δυτικά προς την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη όσον και Ανατολικά διά μέσου των Ασιατικών στεπών. Αυτή η γενετική υπογραφή (signature) καθ’ εαυτήν φαίνεται να είναι ένα μείγμα τοπικών πληθυσμών από τις στέπες και γενετικού τύπου, ο οποίος τώρα είναι πολύ τυπικός στη σύγχρονη Αρμενία .Η Ελλάδα μέχρι τώρα δεν απετέλεσε και μεγάλο μέρος αυτής της έρευνας και, υποθέτω, συνεχίζει ο Mallory, ότι αυτό οφείλεται, διότι τα εργαστήρια δεν έχουν ακόμη πρόσβαση σε κατάλληλα δείγματα από την Ελληνική εποχή του Χαλκού. Γενικώς, υποθέτω επίσης ότι αν υπάρξει γενετική υπογραφή μεταναστεύσεων προς την Ελλάδα (μετά την Νεολιθική εποχή), αυτή δεν θα είναι πολύ μεγάλη σε αντίθεση προς τον πληθυσμό, ο οποίος ήδη ήταν εγκατεστημένος στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής, η οποία (υπογραφή)  φαίνεται να μοιάζει πολύ με εκείνη της γειτονικής Ανατολής κατά την διάρκεια της Νεολιθικής εποχής».
Οι δύο τελευταίες ερευνητικές εργασίες στο έγκριτο περιοδικό "Nature" επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό την γνωστή υπόθεση της Λιθουανής αρχαιολόγου Marija Gimbutas (1991) κατά την οποίαν η Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα μιλήθηκε το πρώτο από ένα ημινομαδικό λαό από πολεμιστές – ιππείς και βοσκούς που έκτιζαν ταφικούς τύμβους, τα Κουργκάν, στα οποία συνήθως ήταν θαμμένοι ένας άνδρας με τον ίππο του (βλ. και Mirabal S. et al:  Eur. J. Hum. Genet. 17, 1260-1273, 2009). Η κοιτίδα ήταν στην περιοχή του Βορείου Πόντου, στις στέπες της Νοτίου Ρωσίας-Ουκρανίας και του Ανατολικού Καζακστάν. Σημειωθήτω ότι o πολιτισμός των τύμβων αναπτύχθηκε περί το 5.000 π.Χ. Κατά την θεωρία αυτή, η εξημέρωση του ίππου και η κατασκευή αρμάτων (οχημάτων με τροχούς) συρομένων από ίππους έδωσαν την δυνατότητα πριν από 5.000-4.000 χρόνια μετακινήσεως πληθυσμιακών ομάδων προς την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, την Κεντρική Ασία, την Ινδία και την Ανατολία στις περιοχές των οποίων μετέφεραν την γλώσσα και τον πολιτισμό τους[16]. Η Ινδοευρωπαϊκή, δηλαδή, οικογένεια γλωσσών θα πρέπει να έχει ηλικία όχι παλαιότερη του 5.500 π.Χ. Οι ανωτέρω πληθυσμιακές ομάδες, φορείς του πολιτισμού των τύμβων,  ήρθαν σε επαφή με προ-ελληνικά “φύλα” του ευρύτερου Ελλαδικού κόσμου γύρω στο 2200 π.Χ., αφομοιώνοντας τούς αυτόχθονες κατοίκους γλωσσικά και πολιτισμικά με αποτέλεσμα να προκύψουν τα διάφορα ελληνικά “φύλα”, δηλαδή οι Αιολείς, οι Ίωνες, οι Δωριείς με τις αντίστοιχες διαλέκτους (Αιολική, Ιωνική, Δωρική). Πάντως κατά την θεωρία Μ.Gimbutas, η επέκταση και προς την Ν.Α. Ευρώπη, στην Βαλκανική χερσόνησο και τέλος προς την Ελλάδα γύρω στο 2.200 π.Χ. δεν επιβεβαιώνεται από τις δύο προαναφερθείσες εργασίες στο περιοδικό “Νature 522, June 2015” ,διότι όπως αναφέρει ο J. Mallory τα γενετικά δείγματα της έρευνας αυτής για την Ελλάδα  ήσαν πολύ λίγα. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δυο τελευταίες εργασίες στο “NATURE”, οι σημερινοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί – τουλάχιστο στην Κεντρική Ευρώπη – έχουν μερική προέλευση από πληθυσμούς ως τους Υamnaya της εποχής του Χαλκού από την ευρωπαϊκή στέπα19. Η πρόσμιξη που έγινε περί το 2500 π.Χ.  δεν γνωρίζουμε πότε έλαβε χώρα στην Ελλάδα. Όπως δε μου εγνώρισε ο γενετιστής στο Harvard Δρ. Ι Λαζαρίδης[17], αν και μέχρι σήμερα υπάρχοντα γενετικά ευρήματα υποστηρίζουν την προέλευση τουλάχιστον κάποιων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, το ζήτημα της εμφάνισης της πρωτο-Ελληνικής γλώσσας στον Ελλαδικό χώρο παραμένει ανοικτό. Προσέθεσε δε ο κ Λαζαρίδης ότι μετά από ένα–δυο χρόνια θα υπάρξουν γενετικά ευρήματα αDNA, διότι έχει γίνει εφικτή η μελέτη του αDNA και σε σχετικώς θερμά κλίματα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Με βάση τα προεκτεθέντα μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
1.    Ο Πλάτων έθεσε τις βάσεις της Eτυμολογίας της Ελληνικής γλώσσας, η οποία είναι κατ’ εξοχήν νοηματική (εννοιολογική), δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ των λέξεων και της ετυμολογικής σημασίας τους.
2.    Έρευνες μέσω του αDNA έδειξαν ότι υπήρξαν επεκτάσεις πληθυσμιακών ομάδων από τις Ρωσικές στέπες τόσο Δυτικά (προς Κεντρική και Δυτική Ευρώπη) όσο και Ανατολικά της Ευρώπης μέσω των Ασιατικών στεπών. Γενετική υπογραφή μεταναστεύσεων προς την Ελλάδα δεν επιβεβαιώνεται μέχρι σήμερα, αν όμως υπάρξει τέτοια κατά τον κορυφαίο γλωσσολόγο J. Mallory θα είναι πολύ μικρή εν σχέσει με τον τότε εγκατεστημένο στον Ελλαδικό χώρο πληθυσμό αυτοχθόνων.
  1. O όρος Ινδο-Ευρωπαίοι είναι καθαρά γλωσσικός και δεν υποδηλοί οποιοδήποτε φυλετικό τύπο ανθρώπου. Η ύπαρξη Ινδο-Ευρωπαϊκής φυλής αμφισβητείται εντόνως από κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες με βάση πρόσφατα γενετικά δεδομένα. Καιρός είναι πλέον η παλιά Ινδο-Ευρωπαϊκή υπόθεση να αφαιρεθεί από τα σχολικά βιβλία.
  2. Η ένταξη της πρωτο-Ελληνικής στην Ινδο-Ευρωπαϊκή ομογλωσσία δεν αμφισβητείται, παραμένει, όμως, άγνωστη η μητέρα-γλώσσα της ομογλωσσίας αυτής. Ωστόσο, ως προεξετέθη, η πρωτο-Ελληνική φαίνεται να υπερτερεί των υπολοίπων γλωσσών (συμπεριλαμβανομένων των Σανσκριτικών), το ζήτημα όμως του χρόνου εμφανίσεώς της στον Ελλαδικό χώρο παραμένει ανοικτό (κατά τον Δρ. Ι. Λαζαρίδη).
5.    Στον Ελλαδικό χώρο και συγκεκριμένα στην Κρήτη εμφανίζεται πριν από 5000 χρόνια το πρώτο σύστημα γραφής με ιδεογράμματα (ιερογλυφικά), ακολουθεί πριν από περίπου 4000 χρόνια η Γραμμική γραφή Α’ (που δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί), την οποία διαδέχεται πριν από 3500 χρόνια (15ος π.Χ αι.) η Γραμμική γραφή Β’ (περιλαμβάνουσα και φωνήεντα), την οποία αποκρυπτογράφησε ως Ελληνική ο Βρεταννός αρχιτέκτων Μ. Ventris. Κατά τον διάσημο γλωσσολόγο–Μυκηνολόγο Osvald Panagl οι πινακίδες Κνωσού και Μυκηνών χρονολογούνται περί το 1300 π.Χ., της δε Πύλου περί το 1200 π.Χ., ενώ ο διαπρεπής αρχαιολόγος Μ. Κοσμόπουλος ανεκάλυψε στην ‘Ικλαινα (14 χλμ. από τη Πύλο) την αρχαιότερη μέχρι σήμερα πήλινη πινακίδα Γραμμικής Β’ χρονολογούμενη περί το 1450-1400 π.Χ.
6.    Στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στην πρώην Φοινίκη, εμφανίζεται περί το 1150 π.Χ. το καλούμενο Φοινικικοσημιτικό σύστημα γραφής, το οποίο δεν είναι αλφάβητο αλλά συλλαβάριο χωρίς φωνήεντα με 22 σύμφωνα (στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα ελληνικά σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ). Αν υπήρχε γραφή κατά τους χρόνους του Τρωικού πολέμου (δηλ. πριν το 1200 π.Χ.) η υπόθεση ότι οι Έλληνες πήραν το σύστημα γραφής (συλλαβάριο) από τους Φοίνικες κλονίζεται, στερούμενη αξιοπιστίας.
7.    Το πρώτο αλφάβητο στον κόσμο είναι το Ελληνικό, του 8ου π.Χ. αι. Αρχικώς είχε 27 γράμματα, από δε το 403 π.Χ. 24 γράμματα μετά την αφαίρεση του δίγαμμα, του Κόπα και του σαμπί. Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις βάσει ιστορικών πηγών (ομηρικά έπη, Μιστριώτης κτλ) και αρχαιολογικών ευρημάτων ότι το Eλληνικό αλφάβητο είναι πολύ αρχαιότερο, αναγόμενο πιθανότατα στα χρόνια του Τρωικού πολέμου (Μιστριώτης , Απολλόδωρος, κ.α.), πολύ δε πιθανότερο είναι τα ομηρικά έπη να είχαν παραδοθεί γραπτά (Μιστριώτης, Τζ. Χάιγκετ, Χ. Μπλάνκ, Ζακλίν Ντε Ρομιγύ).

Εν όψει των προεκτεθέντων είναι αναγκαία η συνέχιση της διεπιστημονικής έρευνας, της οποίας τα συμπεράσματα των διαφορετικών επιστημών θα πρέπει να συγκλίνουν ιδιαίτερα μάλιστα προς εκείνα της Αρχαιογενετικής και της Πληθυσμιακής Γενετικής λόγω των ραγδαίων εξελίξεων τους.
Κυρίες και Κύριοι,
Η Ελληνική γλώσσα, φαινόμενο συνέχειας και ακτινοβολίας εξακολουθεί να είναι αντικείμενο θαυμασμού και σπουδής από κορυφαίους γλωσσολόγους, ελληνιστές και διανοουμένους . Κατά μεν τον παγκοσμίως γνωστόν ελληνιστή και καθηγητή γλωσσολογίας F.R. Adrados η Ελληνική έχει θέσει ανεξίτηλη την σφραγίδα της σ΄όλες της δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες που θεωρούνται ημιελληνικές ή κρυπτοελληνικές, κατά δε τον επιφανή ελληνιστή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Gilbert Murray η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα του κόσμου.
Πράγματι, η Ελληνική γλώσσα, γραπτή και προφορική, αποτελεί επίτευγμα του ανθρωπίνου πνεύματος ανυπερβλήτου τελειότητος.
Σας ευχαριστώ.


[1] Όνομα είναι κάθε λέξη με την οποίαν δηλώνεται πρόσωπον, ζώον, πράγμα ή ιδιότητα αυτών.
[2] Εκ των πρωτεργατών της σύγχρονης συγκριτικής γλωσσολογίας είναι ο Βρεταννός δικαστής  Sir William Jones(1746-1797).

[3] Φέρεται ως ο εφευρέτης του Ελληνικού αλφαβήτου, στα γράμματα του οποίου έδωσε μεταγενέστερα την μορφήν ο Πυθαγόρας, ενώ ο δάσκαλος του Ομήρου Προπανίδης τακτοποίησε πρώτος τον τρόπο γραφής, παρόμοιο με τον σημερινό.
[4] Κατά τον διακεκριμένο Ελληνιστή James Thomas Hooker η Γραμμική (συλλαβική ) Γραφή Β΄  εμφανίστηκε πριν από το 1400π.X ,χρονολογία στην οποία αναφέρονται  οι πινακίδες της Κνωσού.
[5] “Evidence for Greek Dialects in the Mycenaean Archives” Journal of Hellenic Studies 73, 1953.
[6] Διαχρονική συμβολή της Ελληνικής σε άλλες γλώσσες, Επιστημ. Επιμέλεια Γ. Καναράκη, Εκδ. ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα, 2014
[7] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ, χθες, σήμερα, αύριο. Πρακτικά Συνεδρίου 8-10/3/2013, Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά, ,Εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, σελ.49-58.
[8] Επικοινωνία με Μ. Κοσμόπουλο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 25-1-2016
[9] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ, χθες, σήμερα, αύριο. Πρακτικά Συνεδρίου 8-10/3/2013, Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά, Εκδ. ΕΝΝΟΙΑ, σελ.19-38.
[10] ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΙΔΗΣ: “Η Γενετική Ιστορία της Ελλάδος ,το DNA των Ελλήνων”, Β’ Εκδ., Δ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2014.
[11] ΑΝΝΑ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρχιγένεθλος Ελληνική γλώσσα, Εκδ. Γεωργιάδη, Αθήνα, 2011
[12] Επικοινωνία μέσω Ηλεκτρ Ταχυδρομείου(Η/Τ)  με τον κ Jim  P. Mallοry στις 8/9/2015
[13] Gray R.D. & Atkinson Q.D. : Nature 426, 435-439, 2003.
[14] Gray R.D., Atkinson Q.D. & Greenhill S.J.: Phil. Trans. R. Soc., B366, 1090-1100, 2011.
[15] Anthony  D.W.: The Horse, the Wheel and Language: How Bronze – Age Riders from Eurasian Steppes Shaped the Modern World, Princeton Univ. Press, 2007.

[16] Lazaridis ,I. et al "Ancient Human  Genomes Suggest 3 Ancestral Population to present – day Europeans"Nature 513,409-413,2014

[17] Επικοινωνία με Ι. Λαζαριδη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 6/11/15


ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Όταν ο απερχόμενος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών πλασάρει γλωσσικούς μύθους

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2019
 
 
 
 
 
 
6 Votes

Πριν από μερικές μέρες, στην καθιερωμένη εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών, ο απερχόμενος Πρόεδρος κ. Αντώνης Κουνάδης, παραδίδοντας την (ετήσια) προεδρία στον νέο πρόεδρο κ. Στέφ. Ήμελλο, έδωσε διάλεξη, όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιστάσεις στην Ακαδημία Αθηνών.
Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο κ. Αντώνης Κουνάδης, γεννημένος το 1937, ήταν στα νιάτα του δισκοβόλος και μάλιστα πολύ καλός· είχε πάρει χρυσά μετάλλια σε πανελλήνιους και βαλκανικούς αγώνες και για μια περίοδο είχε την πέμπτη επίδοση στον κόσμο. Διετέλεσε και πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ επί δικτατορίας, από τον Φεβρουάριο του 1973 έως το 1974. Αργότερα έγινε καθηγητής στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και μετά ακαδημαϊκός, από το 1999, στην τάξη των Θετικών Επιστημών (Εφηρμοσμένων Θετικών Επιστημών: Στατικής- Δυναμικής, Ανάλυσης- Έρευνας των Τεχνικών Κατασκευών). Αναμφισβήτητα πλούσια και ζηλευτή σταδιοδρομία.
Ωστόσο, το θεμα της διάλεξης του κ. Κουνάδη δεν ήταν κάποιο περίπλοκο και προχωρημένο θέμα των επιστημών του πολιτικού μηχανικού, ας πούμε για τις γέφυρες που (αν δεν σφάλλω) αποτελούσαν τον τομέα ειδικότητας του. Κατά περίεργο τρόπο, αυτός ο κορυφαίος πολιτικός μηχανικός, στην πιο επίσημη διάλεξη της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, επέλεξε να μιλήσει με θέμα: «Η καταγωγή της ελληνικής γλώσσης, προφορικής και γραπτής.»
Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο κ. Κουνάδης έχει μιλήσει, σε επίσημες εκδηλώσεις της Ακαδημίας, για θέματα γλώσσας. Προσωπικά, θυμάμαι 5 ή 6 τέτοιες διαλέξεις του -και το αστείο είναι πως τα κείμενα των διαλέξεων αυτών, όταν δημοσιεύονται στους τόμους με τα πεπραγμένα της Ακαδημίας, δημοσιεύονται στον τόμο των Θετικών Επιστημών, αφού εκεί ανήκει ο κ. Κουνάδης!
Με τη γλώσσα, βλέπετε, συμβαίνει αυτό το παράδοξο: θεωρείται ευρέως ότι, επειδή όλοι τη μιλάμε, όλοι είμαστε ειδικοί. Αν εγώ βγω και κάνω διάλεξη περί νανοτεχνολογίας ή κβαντομηχανικής, θα με πάρουν -και δικαίως- με τις πέτρες, όμως ο κάθε μηχανικός, ψυχίατρος, μουσικοσυνθέτης, δημοσιογράφος ή ταξιτζής θεωρεί πως έχει το ελεύθερο να ξεστομίζει θέσφατα για τον πλούτο της Τρισχιλιετούς όπου και όπως τού καπνίσει.
Αλλά από συζητήσεις μέσα στο ταξί ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υπάρχουν μεγάλες απαιτήσεις επιστημοσύνης. Με έναν ακαδημαϊκό όμως το θέμα σοβαρεύει. Αν μη τι άλλο, διακυβεύεται το κύρος της Ακαδημίας.
Και το κακό είναι ότι στις γλωσσικές ομιλίες του ο κ. Κουνάδης προβάλλει απόψεις εντελώς αντιεπιστημονικές, που προσβάλλουν βάναυσα τις αρχές της γλωσσολογίας. Κάποτε είχε ισχυριστεί ότι η ελληνική γλώσσα έχει 5.000.000 λέξεις και 90.000.000 λεκτικούς τύπους. Είχαμε τότε γράψει άρθρο και στη συνέχεια, αρκετοί φίλοι του ιστολογίου, είχαμε στείλει γράμμα στις εφημερίδες, για να διαμαρτυρηθούμε για τον εξωφρενικό ισχυρισμό.
Κι όταν αργότερα ο κ. Κουνάδης δημοσίευσε το ίδιο ή παρεμφερές κείμενο σε περιοδικό, ο αείμνηστος Δημήτρης Μαρωνίτης του αφιέρωσε δύο δηκτικότατες επιφυλλίδες και, το χειρότερο, ο ίδιος ο (μόνιμος, και όχι εκ περιτροπής) Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας, ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος, έστειλε επιστολή στην εφημερίδα με την οποία ρητά αποδοκίμασε τις αντιεπιστημονικές απόψεις του κ. ΚουνάδηΑλλο ένας αναρμόδιος για τη γλώσσα Ακαδημαϊκός, άλλο η Ακαδημία, έγραψε ο κ. Πετράκος, που είναι κλασικός φιλόλογος, για να καταλήξει: Ο κόπος του αδαούς δεν έχει καμιά αξία.
Κι έτσι, δεν είναι έκπληξη ότι και στην πρόσφατη ομιλία του ο κ. Αντώνης Κουνάδης υποστήριξε και πάλι θέσεις αντιεπιστημονικές. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ το πλήρες κείμενο της ομιλίας του. Ας δούμε πώς αρχίζει:
Η προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η Ελληνική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαική οικογένεια γλωσσών, καθώς και η άποψη ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως απετέλεσαν αντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα εντόνων συζητήσεων και αμφισβητήσεων.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν «έντονες συζητήσεις και αμφισβητήσεις» ούτε για την ινδοευρωπαϊκή θεωρία ούτε για την φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Και τα δύο είναι βασικές και θεμελιώδεις αρχές της γλωσσολογίας, τις οποίες δέχονται όλοι ανεξαιρέτως οι γλωσσολόγοι. Οι μόνοι που τις αμφισβητούν είναι διάφοροι ερασιτέχνες εθνικιστές «μελετητές» της γλώσσας που γράφουν σε περιθωριακά περιοδικά.
Είναι βέβαια θετικό ότι ο κ. Κουνάδης δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους αγύρτες παραγλωσσολόγους, δηλαδή δεν αρνείται κατηγορηματικά την ινδοευρωπαϊκή θεωρία και τη φοινικική προέλευση του αλφαβήτου, όπως οι ελληνοβαρεμένοι των περιθωριακών περιοδικών. Δεν φτάνει ως εκεί αλλά προσπαθεί να θολώσει τα νερά, παραθέτοντας έναν αχταρμά από αλήθειες, μισές αλήθειες και ψέματα, ώστε να δημιουργήσει στον αναγνώστη ή τον ακροατή την εντύπωση πως πρόκειται για ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα, ένα ζήτημα για το οποίο οι γνώμες των επιστημόνων διίστανται, επομένως είτε η άρνηση είτε η αποδοχή της φοινικικής προέλευσης ή της ΙΕ θεωρίας έχουν την ίδια βαρύτητα.
Προβληματιζόμουν αν θα σχολίαζα το, όχι πολύ καλογραμμένο πρέπει να πω, κείμενο του κ. Κουνάδη, όταν ο φίλος μας ο Άγγελος, σε σχόλιό του, μας πρόσφερε μια εκτενή κριτική του κειμένου -και με απάλλαξε από τον κόπο.
Οπότε, θα παραθέσω χωρίς δικά μου σχόλια την κριτική του Άγγελου και στη συνέχεια θα κλείσω επισημαίνοντας δύο ψεματάκια που εντόπισα τυχαία σε δύο επιμέρους σημεία της διάλεξης του κ. Κουνάδη.
Η κριτική του Άγγελου:
Τις απόψεις του Κουνάδη τις έχουμε επανειλημμένα αναφέρει και σχολιάσει εδώ, αλλά πρώτη φορά διάβασα ολόκληρη ανακοίνωση δική του. Και πρέπει να πω ότι έφριξα με την προχειρότητά της. Περισσότερο παρά άρθρο επιστήμονα, θυμίζει κάποια stream-of-consciousness σεντόνια που διαβάζουμε στο Διαδίκτυο.
Ήδη στην πρώτη φράση της Εισαγωγής διακηρύσσει ότι «η προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η Ελληνική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαική οικογένεια γλωσσών, καθώς και η άποψη ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως απετέλεσαν αντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα εντόνων συζητήσεων και αμφισβητήσεων», ενώ βεβαίως μόνον ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του τις αμφισβητούν. Αμέσως μετά σεμνύνεται ότι «εστηλίτευσ[ε] τις ολέθριες νομοθετικές παρεμβάσεις στη γλώσσα μας με τον ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό ως Εκπαιδευτικών Μεταρρυθμίσεων»! Αλλά τουλάχιστον μας υπόσχεται ότι θα χύσει «περισσότερο φως στα δύο αυτά περίπλοκα και σκοτεινά ακόμη θέματα βάσει και των νεοτέρων ευρημάτων και των εξελίξεων στην ανθρώπινη αρχαιογενετική (αDNA) και την πληθυσμιακή γενετική.» Και διαβάζουμε παρακάτω με ενδιαφέρον.
Αλίμονο, αμέσως μετά πάμε στον Κρατύλο, το (πανηγυρικώς λυμένο) ζήτημα αν οι λέξεις υπάρχουν «φύσει ή νόμω» και τον εντελώς αστήρικτο ισχυρισμό ότι «Η Ελληνική γλώσσα είναι κατ’ εξοχήν εννοιολογική ή νοηματική, δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ ονομάτων–λέξεων και της ετυμολογικής σημασίας τους», που (όχι ακριβώς έτσι) τον αποδίδει και στον Χάιζενμπεργκ. Θα είχα περιέργεια να δω τι ακριβώς είπε επ’αυτού ο μεγάλος φυσικός — ίσως μας το βρει κάποιος.
Και μπαίνουμε στο πρώτο μέρος της ανακοίνωσης, «Tο Ελληνικό αλφάβητο και τα φοινικικά σύμφωνα». Για την «υπάρχουσα» [sic: όχι ‘κρατούσα’!] άποψη περί της καταγωγής του Ελληνικού αλφαβήτου από τα «φοινικικά γράμματα», ο συγγραφέας σημειώνει «ότι την άποψη αυτή οι “Φοινικιστές” εστήριξαν κυρίως στη γνωστή ρήση του Ηροδότου» κλπ. — παραβλέποντας την καταφανή ομοιότητα των σχημάτων, των ονομάτων και της σειράς των γραμμάτων των δύο αλφαβήτων. Ως αντίβαρο, αναφέρει ότι ο Διόδωρος ο Σικελιώτης «διευκρινίζει ότι τα λεγόμενα «Φοινίκεια γράμματα» δεν είναι εφεύρεσις των Φοινίκων, αλλά διασκευή άλλων γραμμάτων, δηλαδή των Ελληνικών-Κρητικών.» Ο Διόδωρος βέβαια, που δεν εγνώριζε τα «Ελληνικά-Κρητικά» γράμματα (ποια είν’ αυτά άραγε; η Γραμμική Β’; η Γραμμική Α’;), δεν λέει τίποτε τέτοιο: στο παράθεμα που δίνει ο Κουνάδης, λέει ότι άλλοι λένε («φασί») πως οι Φοίνικες δεν εφηύραν εξαρχής τη γραφή τους, παρά μόνον άλλαξαν τα σχήματα των γραμμάτων.
Και τώρα έρχεται το πιο κουφό: «Βάσει ιστορικών δεδομένων, επιγραφών και πολλών αναφορών σε (γνωστά) κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων έχει γίνει δεκτό από την διεθνή επιστημονική κοινότητα ότι η Ελληνική (αλφαβητική) γραφή υπήρχε πιθανότατα πριν από την εποχή του Τρωϊκού πολέμου( δεν εννοούμε την γραμμική Α’ ή Β’ ούτε βεβαίως την αρχαιότερη Κρητική μέσω ιδεογραμμάτων ιερογλυφική γραφή). Ωστόσο [sic – πού βλέπετε αντίθεση;], η Ελληνική (αλφαβητική) γραφή φαίνεται ότι βάσει ιστορικών πηγών υπήρχε πριν από τους χρόνους του Ομήρου.» Επιγραφές σε ελληνικό αλφάβητο πριν από τους υποτιθέμενους χρόνους του Ομήρου φυσικά δεν υπάρχουν (ο ίδιος ο Κουνάδης αναγνωρίζει πάρα κάτω ότι «η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή χαραγμένη σε πήλινο αγγείο στην «Οινοχόη του Διπύλου» είναι του Η΄π.Χ. αι.:»): τα «ιστορικά δεδομένα» είναι η πασίγνωστη μνεία πινακίδας με γραπτό μήνυμα στην Ιλιάδα (Ζ 169, που αποδεικνύει απλώς ότι όποιος συνέθεσε αυτούς τους στίχους ήταν εξοικειωμένος με την ιδέα της γραφής, όχι ότι ήξερε να γράφει ο ίδιος ή ότι η περί ης ο λόγος γραφή ήταν το ελληνικο αλφάβητο), μια γνώμη του Πορφύριου (του 3ου αι. μ.Χ.!) για το πώς συντέθηκαν τα ομηρικά έπη, κι ένας μύθος που αναφέρει ο Απολλόδωρος (τον 2ο αι. π.Χ.!)
Ο συγγραφέας επικαλείται επίσης μια ανακοίνωση άλλων ερευνητών που την παρουσίασε ο ίδιος στην Ακαδημία το 2017, η οποία «καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το τέλος του Τρωικού Πολέμου χρονολογείται προ του 1200 π.Χ.», χρονολογία που «υποδηλοί την ύπαρξη γραφής κατά τους χρόνους του Τρωικού Πολέμου»! Αυτό που εννοεί είναι ότι αν όντως ο Τρωικός πόλεμος έγινε πριν από το 1200 π.Χ και αν όντως, όπως προκύπτει από το μύθο του Βελλερεφόντη, υπήρχε ελκηνική γραφή τότε, βεβαίως δεν μπορεί αυτή να προέρχεται από την φοινικική γραφή, η οποία εμφανίζεται αργότερα. Είναι πάντως εντυπωσιακή προχειρότητα να λες ότι μια χρονολογική εκτίμηση για τον Τρωικό Πόλεμο «υποδηλοί» την ύπαρξη γραφής στον καιρό του, έστω κι αν δεν εννοείς ακριβώς αυτό.
Για να μην είμαι μόνον αρνητικός, ας προσθέσω ότι ο Κουνάδης καταλήγει λέγοντας «Βεβαίως το ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό ελλείψει αποδείξεων, διότι οι υπάρχουσες ενδείξεις δεν αρκούν. »
Ακολουθούν δυο παράγραφοι με γνώμες του Έβανς και ενός Ρενέ Ντυσσώ ότι το φοινικικό αλφάβητο προέρχεται κατά τον πρώτο από την κρητική γραφή (εικασία όχι παράλογη a priori, αλλά που δεν νομίζω πως έχει πείσει πολλούς), κατά δε τον δεύτερο από τους Έλληνες, «οίτινες είχαν διαμορφώσει τούτο εκ της Κρητο-Μυκηναϊκής γραφής» (με παραπομπή σε βουλγαρικό δημοσίευμα του 1953), και με την περίεργη παρατήρηση ότι το φοινικικό δεν έχει τα σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ (θα έλεγα ότι το να μην έχει Ξ και Ψ μάλλον προτέρημα είναι, και είναι μυστήριο γιατί τελικά τα υιοθέτησαν οι Έλληνες).
Υπάρχει και μία μνεία του «Κέντρο[υ] του Πανεπιστήμιου Irvain TLG(Thesaurus Linguae Grecae)» — άλλο ένα εντυπωσιακό δείγμα προχειρότητας, με το ενδεχόμενο ελαφρυντικό η ανακοίνωση να εκφωνήθηκε προφορικά και να την κατέγραψε άλλος — μια γνώμη του Πλουτάρχου ότι είναι «αφελής» η άποψη ότι το γράμμα “άλφα” είναι Φοινικικό εκ του «Αλεφ» που ονόμαζαν τον βούν, και μια παραπομπή, εν έτει 2019 μ.Χ., στο Μέγα Ετυμολογικόν! Τέλος, μια σωστή αλλά άσχετη παρατήρηση για την ποικιλία των αρχαίων ελληνικών αλφαβήτων.
Ερχόμαστε τώρα στην πινακίδα του Δισπηλιού, στο όστρακο των Γιούρων «με Ελληνική επιγραφή του 5.500 π.Χ. στην οποία διακρίνονται ευκρινώς τα γράμματα Α Υ Δ χωρίς βεβαίως να είναι γνωστή η φωνητική τους αξία» (εμ τότε πώς ξέρουμε ότι η επιγραφή είναι ελληνική;) κι ένα όστρακο από τα Πιλικάτα της Ιθάκης «στο οποίον υπάρχουν χαραγμένα συμβολικά σχήματα παρόμοια με αυτά των Γραμμικών Γραφών Α’ και Β’» (και λοιπόν;) Αλλά αυτά τα αντιπαρέρχεται γρήγορα ο συγγραφέας και καταφεύγει στη γνώμη του Μιστριώτη και άλλων διαπρεπών φιλολόγων, ότι δεν μπορούσαν να έχουν συντεθεί και διατηρηθεί επί αιώνες τα ομηρικά έπη χωρίς να υπάρχει κάποια γραφή. Αν δεν κάνω λάθος, το ίδιο υποστήριζε και ο Κορδάτος, σε μια εποχή που δεν είχε διαβαστεί ακόμα η Γραμμική Β’, και είναι λογική εικασία. Αλλά από πού κι ως πού πρέπει αυτή η γραφή να ήταν μια πρώτη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου, τη στιγμή που ξέρουμε ότι στον κόσμο του Ομήρου, δηλαδή στον κόσμο που περιγράφει ο Όμηρος, υπήρχε άλλη γραφή της ελληνικής γλώσσας; Και πάντως λίγο πιο κάτω, αφού επαναλαμβάνει ο συγγραφέας ότι «Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες [ποιες;] με κείμενα αρχαίων ιστορικών και συγγραφέων (μεταγενέστερα της εποχής του Ομήρου) τα οποία υποστηρίζουν ότι υπήρχε γραπτή Ελληνική γλώσσα (διάφορος της Γραμμικής Β’) περί το 1200 π.Χ., δηλαδή πριν από το Φοινικικοσημιτικό Συλλαβάριο», έχει την εντιμότητα τα ομολογήσει ότι «Ωστόσο, τεκμήρια (π.χ. επιγραφές) για την ύπαρξη Ελληνικής γραφής που ανάγεται σ’ αυτήν την περίοδο δεν υπάρχουν.»
Εδώ θα έπρεπε φυσιολογικά να τελειώνει το Α’ μέρος (για την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου), αλλά ακολουθούν διάφορα (βάσιμα, αλλά άσχετα με το προκείμενο) εγκώμια για την εκφραστική τελειότητα της ελληνικής, τον επηρεασμό των δυτικοευρωπαϊκών γλωσσών από αυτήν, την εφεύρεση τόνων και πνευμάτων από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο και τέλος η παρατήρηση, που αποδίδεται στον Adrados («εν συνεχεία άλλων», βέβαια, και με βιβλιογραφική παραπομπή αμέσως πριν στο αρχικό άρθρο-βόμβα των Βέντρις και Τσάντουικ — άλλο ένα εντυπωσιακό δείγμα προχειρότητας) ότι «Τα Μυκηναϊκά[ …] ήταν ελληνικά, γραμμένα με την βοήθεια μίας αρχαίας συλλαβικής γραφής που στην συνέχεια ξεχάστηκε. » Και κλείνει με την προσδοκία ότι «στο μέλλον νεώτερα ευρήματα θα φέρει σε φως η αρχαιολογική σκαπάνη.» Οψόμεθα!
Το δεύτερο μέρος, το σχετικό με την καταγωγή των Ελλήνων και της ελληνικής γλώσσας, που μας υπόσχεται νέο φως από την αρχαιογενετική, θα έπρεπε να είναι πιο ενδιαφέρον, αλλά δυστυχώς είναι λίγο χαώδες.
Ισχυρίζεται ο Κουνάδης ότι ο Franz Bopp «έχει υποστηρίξει ότι τα Σανσκριτικά στηρίζονται στα Ελληνικά και όχι το αντίστροφο», αλλά η παραπομπή του είναι δυστυχώς σε έργο της μακαρίτισσας Άννας Τζιροπούλου, και χρειάζομαι κάτι σοβαρότερο για να πεισθώ ότι ο μεγάλος γλωσσολόγος είπε τέτοια μπαρούφα (πιθανότατα είπε ότι τα σανσκριτικά μαρτυρούνται αρκετά αργότερα από τα ελληνικά, πράγμα βεβαίως αληθινό.) Στην ίδια παραπέμπει ο συγγραφέας και για τον ισχυρισμό του Μαξ Μύλλερ που επίσης επικαλείται, ότι δηλαδή «συγκρίνοντας καλά την σανσκριτική με την αρχαία ελληνική, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η ελληνική όχι μόνο είναι πιο αρχαία, αλλά και ότι επιπλέον, όλοι οι συντακτικοί και γραμματικοί τύποι είναι ανώτεροι και μεγαλύτερης αξίας». Να μίλησε ο άλλος μεγάλος ινδολόγος για «συντακτικούς και γραμματικούς τύπους ανώτερους και μεγαλύτερης αξίας» μου φαίνεται κάπως απίθανο, όσο κι αν η νοοτροπία ήταν διαφορετική στην εποχή του. Μήπως εννοούσε «μεγαλύτερης αξίας για την αποκατάσταση της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής» και το διέστρεψε το χαλασμένο τηλέφωνο;
Ότι το πρόβλημα της «κοιιτίδας της Πρωτοινδοευρωπαϊκής πληθυσμιακής ομάδος, η οποία διάδωσε την Ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία» παραμένει ανοιχτό, είναι αναμφισβήτητο. Ο συγγραφέας επικαλείται για διάφορα τον Renfrew, εν συνεχεία τον Mallory, καταλήγει όμως κλίνοντας υπέρ της θεωρίας της Μαρίας Gimbutas. Φυσικά, κανένας από τους τρεις αυτούς (και κανένας σοβαρός γλωσσολόγος, θα προσέθετα) δεν αμφισβητεί ούτε την ύπαρξη της ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας, ούτε το ότι η ελληνική γλώσσα περιλαμβάνεται σ’αυτήν! Το μόνο καινούργιο που μας πληροφορεί ο Κουνάδηςείναι ότι, όπως του είπαν και ο Mallory και ο γενετιστής του Χάρβαρντ Ι. Λαζαρίδης, δεν έχει γίνει (ελλέιψει και δεδομένων) αρκετή γενετική έρυνα για την προέλευση και τη χρονολόγηση των πληθυσμών που έφεραν την πρωτοελληνική γλώσσα στον ελλαδικό χώρο, αλλά ελπίζεται ότι «μετά από ένα–δυο χρόνια θα υπάρξουν γενετικά ευρήματα αDNA, διότι έχει γίνει εφικτή η μελέτη του αDNA και σε σχετικώς θερμά κλίματα.» Αμήν! Μακάρι!
Στα «Συμπεράσματα» τονίζεται (σωστά) ότι «ο όρος Ινδο-Ευρωπαίοι είναι καθαρά γλωσσικός και δεν υποδηλοί οποιοδήποτε φυλετικό τύπο ανθρώπου.», αλλά από κει ο συγγραφέας συνάγει ότι «Καιρός είναι πλέον η παλιά Ινδο-Ευρωπαϊκή υπόθεση να αφαιρεθεί από τα σχολικά βιβλία.»!!! Αυτό ακριβώς πριν ομολογήσει ότι «η ένταξη της πρωτο-Ελληνικής στην Ινδο-Ευρωπαϊκή ομογλωσσία δεν αμφισβητείται». Ε, αν δεν αμφισβητείται, δεν είναι σωστό να διδάκεται (χωρίς βεβαίως αβάσιμες φυλετικές προεκτάσεις) στα σχολεία; Όσο για το ελληνικό αλφάβητο, το συμπέρασμα είναι ότι «ΑΝ υπήρχε γραφή κατά τους χρόνους του Τρωικού πολέμου (δηλ. πριν το 1200 π.Χ.) η υπόθεση ότι οι Έλληνες πήραν το σύστημα γραφής (συλλαβάριο) από τους Φοίνικες κλονίζεται, στερούμενη αξιοπιστίας.» και ότι«Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις βάσει ιστορικών πηγών και αρχαιολογικών ευρημάτων […] ότι το Eλληνικό αλφάβητο είναι πολύ αρχαιότερο [από τον 8ο αι. π.Χ.], αναγόμενο πιθανότατα στα χρόνια του Τρωικού πολέμου (Μιστριώτης , Απολλόδωρος, κ.α.), πολύ δε πιθανότερο είναι τα ομηρικά έπη να είχαν παραδοθεί γραπτά (Μιστριώτης, Τζ. Χάιγκετ, Χ. Μπλάνκ, Ζακλίν Ντε Ρομιγύ).» Ε, πολύ κακό για το τίποτα! Η κατακλείδα της ανακοίνωσης τέλος είναι ένα εγκώμιο της ελληνικής γλώσσας χωρίς καμία σχέση με την προέλευση της ίδιας και του αλφαβήτου της.
Θα μπορούσα να τελειώσω εδώ, μια χαρά τα γράφει ο Άγγελος, αλλά θέλω να αναδείξω δύο ψεματάκια, δυο μικρές ανακρίβειες που υπάρχουν σε δυο ασήμαντα κατά τα άλλα σημεία του κειμένου του Αντ. Κουνάδη. Όχι σε περισσότερα, διότι θα έπρεπε να γράψουμε βιβλίο -αφού, ως γνωστόν, η ανασκευή της αναλήθειας χρειάζεται πολλαπλάσια προσπάθεια και έκταση από την κατασκευή της.
1. Το ψεματάκι για τον Πλούταρχο
Γράφει ο κ. Κουνάδης:
Ο Πλούταρχος (Προβλήματα 737) θεωρεί αφελή την άποψη ότι το γράμμα “άλφα” είναι Φοινικικό εκ του «Αλεφ» που ονόμαζαν τον βούν (θεωρούμενον πρώτον εκ των αναγκαίων).
Αν όμως ανατρέξουμε στον Πλούταρχο, θα δούμε ότι δεν τα λέει έτσι όπως ισχυρίζεται ο κ. ακαδημαϊκός:
Στα Συμποσιακα, βιβλίο 9, πρόβλημα 2, οι συμπότες συζητάνε γιατί το γράμμα Α είναι πρώτο στο αλφάβητο.
Και λέει κάποιος στον Πλούταρχο: δεν θα υποστηρίξεις εσύ, που είσαι Βοιωτός, τον Κάδμο, ο οποίος λέγεται ότι έβαλε πρώτο το άλφα επειδή είναι η φοινικική λέξη για το βόδι, το οποίο, όπως λέει και ο Ησίοδος είναι το πιο αναγκαίο από τα υπάρχοντα;
Όχι, απαντάει ο Πλούταρχος, αντί να συμφωνήσω με τον παππού του Διονύσου (τον Κάδμο) θα συμφωνήσω με τον δικό μου παππού, τον Λαμπρία, ο οποίος έλεγε ότι από τους έναρθρους φθόγγους ο πρώτος που προφέρεται φυσιολογικά ειναι το Α κτλ κτλ.
Ας δούμε και το πρωτότυπο:
Παυσαμένου δὲ τοῦ Πρωτογένους, καλέσας ἔμ’ ὁ Ἀμμώνιος ‘οὐδέν’ ἔφη ‘σὺ τῷ Κάδμῳ βοηθεῖς ὁ Βοιώτιος, ὅν φασι τὸ ἄλφα πάντων προτάξαι διὰ τὸ Φοίνικας οὕτω καλεῖν τὸν βοῦν, οὐ δεύτερον οὐδὲ τρίτον, ὥσπερ Ἡσίοδος (OD 405), ἀλλὰ πρῶτον τίθεσθαι τῶν ἀναγκαίων;’
‘οὐδέν’ ἔφην ἐγώ· ‘τῷ γὰρ ἐμῷ πάππῳ βοηθεῖν, εἴ τι δύναμαι, δίκαιός εἰμι μᾶλλον ἢ τῷ τοῦ Διονύσου. Λαμπρίας γὰρ ὁ ἐμὸς πάππος ἔλεγεν πρώτην φύσει φωνὴν τῶν ἐνάρθρων ἐκφέρεσθαι διὰ τῆς τοῦ ἄλφα δυνάμεως· τὸ γὰρ ἐν τῷ στόματι πνεῦμα ταῖς περὶ τὰ χείλη μάλιστα πλάττεσθαι κινήσεσιν, ὧν πρώτην ἀνοιγομένων τὴν ἄνω διάστασιν οὖσαν ἐξιέναι τοῦτον τὸν ἦχον……..
Μ’άλλα λόγια ο Πλούταρχος θεωρεί δεδομένο ότι το ελληνικό αλφάβητο το έφερε από τη Φοινίκη ο Κάδμος και ότι το Α λέγεται ‘άλφα’ επειδή στα φοινικικά λέγεται ‘άλεφ’, τουτέστι ‘βόδι’. Αυτό που αμφισβητεί (και δικαίως — η εξήγηση του Λαμπρία είναι πολύ πιο πειστική) είναι ότι το Α είναι πρώτο στη σειρά διότι το βόδι είναι το πιο αναγκαίο αγαθό σε μιαν αγροτική κοινωνία!
Επομένως, αναληθής ο ισχυρισμός του κ. Κουνάδη.
2. Το ψεματάκι για τον Will Durant
Γράφει ο κ. Κουνάδης:
Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Αμερικανού ιστορικού/φιλοσόφου, συντάκτη της παγκόσμιας ιστορίας πολιτισμού, William Durant«Οι Φοίνικες δεν ήσαν οι εφευρέται του αλφαβήτου, το κυκλοφόρησαν μόνο από τόπο σε τόπο. Το επήραν από τους Κρήτες και το μετέφεραν στην Τύρο, στην Σιδώνα, στην Βύβλο και άλλες πόλεις της Μεσογείου. Υπήρξαν οι «γυρολόγοι» και όχι οι εφευρέται του αλφαβήτου».
Το απόσπασμα αυτό υπάρχει πράγματι στον Durant, αλλά ο κ. Κουνάδης το έχει πετσοκόψει, για να υποβάλει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι ο Ντιούραντ αμφισβητεί τη φοινικική προέλευση του αλφαβήτου. Συγκεκριμένα, παραλείπεται η συνέχεια της παραγράφου: By the time of Homer the Greeks were taking over this Phoenician—or the allied Aramaic—alphabet, and were calling it by the Semitic names of the first two letters (Alpha, Beta; Hebrew Aleph, Beth).
O Durant, δηλαδή, δεν αρνείται καθόλου ότι το ελληνικό αλφάβητο έχει φοινικική προέλευση, απλώς υποστηρίζει -όπως είναι και λογικό- ότι δεν το επινόησαν οι Φοίνικες το αλφάβητο.
Το ίδιο το λέει και πιο αναλυτικά στον 2ο τόμο, που είναι αφιερωμένος στην Ελλάδα:
Greek tradition attributed the introduction of writing into Greece to Phoenicians in the fourteenth century B.C., and we know nothing to the contrary. The oldest Greek inscriptions, dating from the eighth and seventh centuries, show a close resemblance to the Semitic characters on the ninth-century Moabite stone. These inscriptions were written, in Semitic fashion, from right to left; sixth-century inscriptions (e.g., at Gortyna) were made alternately from right to left and from left to right; later inscriptions are from left to right throughout, and certain letters are turned around accordingly…..
The Semitic names for the letters were adopted with minor modifications; but the Greeks made several basic changes. Above all, they added vowels, which the Semites had omitted; certain Semitic characters denoting consonants or breathings were used to represent a, e, i, oand ü.
Τα δυο ψεματάκια που επισήμανα δεν είναι τόσο χοντρά. Δείχνουν όμως τον τρόπο με τον οποίο παραμορφώνει, παρερμηνεύει και πετσοκόβει ο κ. Κουνάδης ακόμα και τα δευτερεύοντα στοιχεία -και δείχνει, βέβαια, και την άκρα αναξιοπιστία των κειμένων του και τον αντιεπιστημονικό τρόπο εργασίας του.
Τέτοιες διαλέξεις, πρόχειρα και αμέθοδα γραμμένες, ρηχές και αντιεπιστημονικές, είναι ντροπή για την Ακαδημία Αθηνών -το μόνο καλό είναι ότι πλέον δεν θα τις εκφωνεί ο πρόεδρός της.
Υστερόγραφο: Αξίζει να προσθέσω ένα σχόλιο που έκανε στο Φέισμπουκ (!) ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, που μόλις τώρα το πληροφορήθηκα διότι το είχε αναρτήσει σε έναν τοίχο που δεν παρακολουθώ. Είναι χαρακτηριστική η διαφορά προσέγγισης του συντηρητικού επιστήμονα από τον συντηρητικό ερασιτέχνη.
Το άρθρο αυτό, από το κείμενο ομιλίας τού αξιότιμου Ακαδημαϊκού και Ομότιμου Καθηγητή τού ΕΜΠ στην έδρα Στατικής και σιδηρών γεφυρών κ. Αντ. Κουνάδη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι στο μεγαλύτερο μέρος και στις κύριες απόψεις του έρχεται σε σύγκρουση με βασικές θέσεις και διδάγματα τής επιστήμης τής Γλωσσολογίας, τόσο τής Ιστορικοσυγκριτικής όσο και τής Θεωρητικής (Γενικής). Αυτό είναι αναμενόμενο όταν ένας μη ειδικός, με ικανότητες επιστημονικές στον κλάδο του, αποτολμά να εισέλθει σε ειδικά θέματα άλλης επιστήμης με όπλο την αγάπη του προς τη γλώσσα μας και με αγαθές αναντιρρήτως προθέσεις. Ως γλωσσολόγος είναι σίγουρο ότι θα υπέπιπτα στις ίδιες σοβαρές πλάνες, αν επιχειρούσα να ομιλήσω περί … στατικής και δη και σιδηρών γεφυρών.
Το να μιλάει κανείς το 2019 περί αυτόχθονης προέλευσης τού ελληνικού αλφαβήτου, άνευ επιρροών εκ τού βορειοσημιτικού (φοινικικού) συμφωνογραφικού και οιονεί συλλαβογραφικού αλφαβήτου, αγνοώντας σε τί καίριο και καθοριστικό συνίσταται η προσφορά των Ελλήνων στη δημιουργία ενός πραγματικού αλφαβήτου είναι τουλάχιστον αναχρονιστική προσέγγιση και επανάληψη απόψεων που έχουν υποστηριχθεί με πάθος κυρίως από τον κ. Κωνσταντίνο Πλεύρη.
Το ίδιο ισχύει και με την ευκολία απόρριψης τής Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής θεωρίας, χωρίς την οποία καταρρέουν τα θεμέλια τής επιστημονικής ετυμολογίας και τού ελληνικού λεξιλογικού θησαυρού (Λεξικά Frisk, Chantraine, Beekes, και όλων των ειδικών τής ετυμολογίας αλλά και τού εγκυρότερου ερμηνευτικού λεξικού τής αρχαίας Ελληνικής των Liddell-Scott) και περιφρονούνται τα διδάγματα και τα επιστημονικά δημοσιεύματα των μεγάλων Ελλήνων γλωσσολόγων, των Γ. Χατζιδάκι, Γ. Αναγνωστόπουλου, Ν. Ανδριώτη, Μ. Τριανταφυλλίδη, Γ. Κουρμούλη, Αγαπ. Τσοπανάκη και όλων ανεξαιρέτως των πανεπιστημιακών καθηγητών τής Γλωσσολογίας.
Στο πρόσφατο βιβλίο μου «Το ελληνικό αλφάβητο» αναλύω εις βάθος και επιστημονικά τα θέματα που αφορούν στο ελληνικό αλφάβητο, στα δε βιβλία και τα λεξικά μου εξηγώ τις αρχές τής ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, μιας θεωρίας χωρίς την οποία δεν ερμηνεύονται οι μεγάλες ομοιότητες, λεξιλογικές, γραμματικές και συντακτικές, των συγγενών γλωσσών (ελλην. δίδωμι – σανσκριτ. dadami, ελλην. ἄγω – λατ. ago – σανσκρ. ajami, ελλην. ἐστὶ – λατ. est – σανσκρ. asti – γερμ. ist – αγγλ. is, ελλην. δύο -λατ. duo – σανσκρ. dva – γερμ, zwei – αγγλ. two κ.λπ.).
Ένας σεβασμός προς επιστήμες όπως η Γλωσσολογία, η Φιλολογία, η Ιστορία και άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες από επιφανείς στην ειδικότητά τους επιστήμονες όπως ο Ακαδημαϊκός καθηγητής κ. Κουνάδης, σεβασμός προερχόμενος από τον Ναό τής Επιστήμης που είναι εξ ορισμού η Ακαδημία, θα αποτελούσε σημαντικό μήνυμα για την επιστήμη και τους επιστήμονες γενικότερα στη χώρα μας.