Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΗΣ «ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ»

Είναι προφανές ότι μιλώντας για προθέσεις παραπέμπουμε στη γνωστή, πλην αγνώστου πατρότητας, φράση ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Λιγότερο εμφανές είναι ίσως ότι διακινδυνεύουμε πρόβλεψη για επερχόμενες εξελίξεις και προσαρμόζουμε ανάλογα τον σχολιασμό μας (έστω και σε ένα διακριτικό μίνιμουμ, τοποθετώντας τη λέξη συμφωνία εντός εισαγωγικών). Και ναι μεν με τις προβλέψεις πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, όπως μας δίδαξαν κάποτε ο Αριστοτέλης κι ο Έγελος και με τον σχολιασμό προσεκτικοί, αν θέλουμε να είμαστε εύστοχοι, όμως στην παρούσα φάση κανείς, σχεδόν, δεν θα πει ότι είμαστε παράτολμοι κι απρόσεκτοι.

Αν θυμηθούμε από πού ξεκίνησε η πορεία της τωρινής κυβερνητικής παράταξης προς την εξουσία, θα αναρωτηθούμε ίσως, παραφράζοντας τον Ελύτη, για πότε «πέρασαν εποχές ολόκληρες μέσα σε λίγα χρόνια». Πόσες διακηρύξεις και στόχοι που «ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτιά μας» εισήλθαν στη σφαίρα του δημόσιου διαλόγου, πόσοι πύρινοι λόγοι καταδίκης ενός αμαρτωλού, όντως, συστήματος εκφωνήθηκαν και πόση ελπίδα για κλονισμό της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας διαχύθηκε όχι μόνο στη χώρα αλλά και ανά την Ευρώπη μετά την «ανοιξιάτικη» εκείνη νύχτα της 25ης Ιανουαρίου 2015.

Η απάντηση, βέβαια, στη διάχυση της ελπίδας δεν άργησε να έρθει και ήταν αναμενόμενο να πάρει τη μορφή της κινδυνολογίας, της καταστροφολογίας και των αφόρητων πιέσεων που ασκούνταν έξωθεν και έσωθεν. Πολλοί μεταξύ των πολιτικοποιημένων και σκεπτόμενων πολιτών της χώρας πίστευαν ότι η μη επίτευξη συμφωνίας και η δυναμική ρήξη με τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις της Ευρώπης δεν συνέφερε καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές και ότι τα πράγματα μοιραία θα έφταναν ξανά σε μια ομαλοποίηση, έστω και υπό νέους όρους, διαφορετικούς από εκείνους που είχαν επιβληθεί ή υιοθετηθεί τα πέντε προηγούμενα χρόνια. Όμως η ειδησεογραφία και η ρητορική των προσώπων που χειρίζονταν (και χειρίζονται) το όλο ζήτημα συχνά δεν επιβεβαίωναν την (κατά τ΄ άλλα λογική και μετρημένη) υπόθεση εργασίας. Όλα έμοιαζαν ανοιχτά κι αβέβαια και μια τέτοια εκτίμηση σε γνωστικό επίπεδο μπορεί να προκαλεί δυσφορία και αγωνία, αν μεταφραστεί όμως σε οικονομικούς όρους σημαίνει επίσης εκροές καταθέσεων, απώλειες προσωπικής περιουσίας και, το χείριστο όλων, και θέσεων εργασίας.

Η υπονομευτική αυτή αβεβαιότητα οδεύει προς το (προσωρινό, ασφαλώς) τέλος της. Και δεν το λέμε αυτό μόνον επειδή οι οικονομικές συνθήκες δεν επιτρέπουν περαιτέρω παράταση, αλλά κυρίως επειδή η κυβέρνηση έχει προχωρήσει πλέον σε ορισμένες κινήσεις που δείχνουν εύγλωττα τι την ενδιαφέρει περισσότερο. Τώρα πια έχουμε ανά χείρας τα δεδομένα που παραπέμπουν, εμμέσως πλην σαφώς, στην πρόθεση να συνεχίσει την ετεροβαρή σχέση της (εξ ου και τα εισαγωγικά στη λέξη συμφωνία) με τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές δυνάμεις και πολιτικές. Σ’ αυτά τα δεδομένα δεν συγκαταλέγονται, απαραίτητα, μόνο κάποιες σχετικές δηλώσεις, ψηφοφορίες και δημοσιεύματα, αλλά – πολύ περισσότερο κατά τη γνώμη μας – κάποιες επιλογές προσώπων σε δημόσιες θέσεις, για τις οποίες θα έλεγε κανείς ότι μετρούν πολύ περισσότερο από τα όποια λόγια.

Αν όμως η τωρινή πρόθεση συμβιβασμού – όποιο επίθετο κι αν του προσδώσεις συμβιβασμός θα είναι – έρχεται σε σύγκρουση με προθέσεις που διακηρύχθηκαν παλαιότερα, τότε ευλόγως εγείρεται το ερώτημα τι αξία θα διατηρήσουν οι παλιές διακηρύξεις σε συνθήκες «προσαρμογής στην πραγματικότητα», όπως βεβαίως η τελευταία έχει διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια από τις κυρίαρχες ανά την Ευρώπη πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Αυτό θα είναι το ερώτημα που θα μας απασχολήσει το προσεχές διάστημα και πρέπει να είμαστε όσο περισσότερο νηφάλιοι γίνεται. Ας αποφύγουμε απόλυτες κρίσεις κι ας μιλήσουμε όσο γίνεται πιο συγκεκριμένα. Και τούτο διότι καλό είναι να μην ανήκει κανείς στις κατηγορίες εκείνες των συμπολιτών μας που προσφεύγουν εύκολα σε γενικευτικές και αφοριστικές κρίσεις: αφ’ ενός δηλαδή σε εκείνους που συνηθίζουν να επενδύουν υπερβολικές ελπίδες σε όποιο πολιτικό σχήμα φανεί πιο ελκυστικό πλειοδοτώντας σε υποσχέσεις (οι περίφημοι «πάντα ευκολόπιστοι και πάντα προδομένοι») και αφ’ ετέρου σε εκείνους – κι αυτοί είναι εξ ορισμού καταδικαστέοι – που πολεμούν λυσσαλέα οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στον βαθμό που αυτή δεν εξυπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα, είτε των ιδίων, είτε εκείνων από τους οποίους οι ίδιοι (θεωρούν ότι) είναι εξαρτημένοι. Δεν θα πρέπει να διστάσουμε να επισημάνουμε το θετικό ακόμη και στα επιμέρους (αν ένα τέτοιο ζήτημα είναι για παράδειγμα η θριαμβευτική επάνοδος των καθαριστριών στην εργασία τους), δεν θα πρέπει από την άλλη να αποφύγουμε τη συνολική θεώρηση των πραγμάτων, συγκρίνοντας το σημείο εκκίνησης και το σημείο κατάληξης της νέας διαδρομής της χώρας.

Γεγονός είναι ότι η χώρα μετά από πολλά χρόνια αποτυχημένης διακυβέρνησης έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό της να διεκδικήσει έμπρακτα την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Στη δημοκρατία τέτοιες κινήσεις είναι όχι απλώς επιθυμητές αλλά και αναγκαίες και ο ουσιαστικός απολογισμός θα γίνει, ασφαλώς, σε βάθος χρόνου, όπως πάλι μας δίδαξαν ο Αριστοτέλης, ο Έγελος και άλλοι σημαντικοί στοχαστές. Εκείνο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα από την τωρινή κυβέρνηση – αλλά και την όποια μελλοντική, ασφαλώς – είναι πως στην Ελλάδα, μια χώρα στην περιφέρεια της Ευρώπης, οι γενικότερες συνθήκες ζωής ασφαλώς είναι καλύτερες από εκείνες που επικρατούν σε γειτονικές ηπείρους και, επιπλέον, όχι καθοριστικά χειρότερες από εκείνες που παρέχουν στους οικονομικά ενεργούς πολίτες τους οι μεγάλες και αναπτυγμένες χώρες. Τα αγαθά που κυρίως λείπουν από τις προθήκες της σημερινής πολιτισμικής πραγματικότητας είναι, όμως, άυλα και ως εκ τούτου περισσότερο ευπαθή και είναι αυτά που περισσότερο τα έχουν ανάγκη οι νέοι: ελπίδα (δεν είναι μονάχα προεκλογικό σύνθημα), ασφάλεια, προοπτικές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου