Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ

Βρισκόμαστε εν μέσω της θερινής ραστώνης του 2026, η οποία όμως, σε αντίθεση με όσα γνωρίζαμε παλιά, κάθε άλλο παρά ήρεμα και αδιάφορα κυλά.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η σημασία που προσιδιάζει στην παρούσα θερινή περίοδο σε σχέση με όσα μέλλονται και προδιαγράφονται. Σε αυτή τη σειρά ερωτημάτων θα αφιερώσω λίγες σκέψεις, με την παράκληση και την ελπίδα να προσεχθούν και να ωφελήσουν.

Η χώρα κυβερνάται επί επτά χρόνια από τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πρόκειται για ένα μεγάλο διάστημα για τα ελληνικά δεδομένα και ενδέχεται ο σημερινός Πρωθυπουργός, τον οποίο στο ξεκίνημά του πολλοί περιφρονούσαν και υποτιμούσαν, να αποδειχθεί ικανότερος και μακροβιότερος διαχειριστής της κυβερνητικής εξουσίας από πολλούς προκατόχους του, ιδίως δε από αυτούς που, σύμφωνα με την παραδοσιακά επικρατούσα εικόνα πάντα, φάνταζαν κατά πολύ αξιότεροι και ισχυρότεροί του.

Η συζήτηση για την ήττα και την αντικατάστασή του διαρκεί επίσης πολλά χρόνια, τέσσερα τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αν θεωρήσουμε ότι στα τρία πρώτα χρόνια της πρώτης του θητείας, με την καθοριστική συνδρομή της πανδημίας επικράτησε ένα κλίμα αναγκαστικής συσπείρωσης γύρω από τον ηγέτη (για τους φίλους και τους υποστηρικτές του) ή στοχευμένης αναμονής για καταλληλότερες συνθήκες πολιτικής αντιπαράθεσης (για τους αντιπάλους του).

Εν τούτοις, ως γνωστόν, έχει αποδειχθεί και εξακολουθεί να αποδεικνύεται ανθεκτικός. Δείχνει επίσης αποφασισμένος να παρατείνει την παραμονή του στην κυβερνητική εξουσία και ως χειροπιαστό στήριγμά του σε ένα τέτοιο πολιτικό στοίχημα έχει αυτή τη στιγμή την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις.

Εάν, λοιπόν, η πολιτική του ανθεκτικότητα είναι δεδομένη, τίθεται το ερώτημα πού ακριβώς οφείλεται - πέρα από το προφανές προτέρημά του να αποδεικνύεται στην πράξη ικανότερος από όσο η προσωπική του ακτινοβολία επιτρέπει να συμπεράνουμε.

Στον αντιπολιτευτικό λόγο των τελευταίων ετών μπορεί κανείς να διακρίνει πλείστες όσες επικριτικές, επιθετικές και απαξιωτικές προσεγγίσεις. Το ζητούμενο, όμως, είναι εάν αυτές θα μπορούσαν από μόνες τους να οδηγήσουν σε αντιστροφή του κλίματος και ανατροπή των συσχετισμών. Κάποτε, ή μάλλον πολλές φορές, στο παρελθόν ήταν εφικτό ή ακόμη και εύκολο να συντελεστεί μια τέτοιου είδους μετάβαση, δηλαδή η αντίδραση, η οργή, η αγανάκτηση και η διαμαρτυρία να οδηγήσουν στη μαζική υποστήριξη μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τελική κατάληξη την αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας. Κανείς δεν θα ισχυριζόταν ότι αυτό συμβαίνει και σήμερα. Η τεράστια δημοσκοπική διαφορά ανάμεσα στο 70% όσων δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και το 16%, στο οποίο εν πολλοίς κυμαίνεται η πρόθεση ψήφου υπέρ του προπορευόμενου αντιπολιτευόμενου κόμματος πρέπει με κάποιο τρόπο να εξηγηθεί και να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένη πολιτική.

Είναι το κρίσιμο και πολύπλοκο ερώτημα του προσεχούς διαστήματος. Όλοι θα αναμετρηθούν με αυτό και θα κριθούν από τις (έμπρακτες) απαντήσεις που θα δώσουν. Τι εικόνα έχουμε μέχρι στιγμής;

Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ένα πολυσυλλεκτικό σχήμα που οφείλει την επιτυχία του πρωτίστως σε μια επιτυχημένη σύζευξη μεταξύ στρατηγικής και τακτικής. Πυρήνας της στρατηγικής είναι η διατήρηση μιας οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας, προς όφελος βεβαίως των ισχυρών παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Η αποδοχή της ανάγκης για σταθερότητα είναι η ιδεολογική προϋπόθεση της επίτευξής της, κατά συνέπεια και της κυβερνητικής μακροημέρευσης όσων την πρεσβεύουν. Η επιτυχής τεχνοκρατική διαχείριση της σταθερότητας είναι το έμπρακτο αντίκρισμα της ασκούμενης πολιτικής, συνώνυμη με το μυστικό της επιτυχίας της. Ο βαθμός στον οποίο ο πολίτης αγνοεί ή παραβλέπει τις αρνητικές πλευρές της ασκούμενης πολιτικής (ξεκινώντας από το ρεκόρ νεκρών στην πανδημία και φτάνοντας μέχρι τις για πολλοστή φορά ανεξέλεγκτες πυρκαγιές και την οφθαλμοφανή κάμψη του εγχώριου τουρισμού στη φετινή θερινή περίοδο) αποτελεί τρόπον τινά άμεση αντανάκλαση της ιδεολογικής κυριαρχίας των πολιτικά κυρίαρχων, στοιχειοθετεί, για να επανέλθουμε σε πολυχρησιμοποιημένους πλην σημαντικούς όρους, την ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς.

Τι συμβαίνει στην απέναντι πλευρά; Όταν μιλούμε για απέναντι πλευρά, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι έχουμε κατά νου πρωτίστως την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), τον νέο πολιτικό σχηματισμό που συγκροτήθηκε εξ αρχής με τη φιλοδοξία και τη στόχευση να λειτουργήσει ως πειστική εναλλακτική κυβερνητική προοπτική. Φαίνεται, και αυτή είναι η θέση μου κρίνοντας με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ότι οι πρωταγωνιστές του νέου εγχειρήματος επιδίωξαν να επεξεργαστούν και να υποστηρίξουν πολλές, ή αρκετές έστω, αλλαγές σε επίπεδο διαχείρισης του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς μια εις βάθος συνοδευτική επίγνωση των μακροπρόθεσμων συνεπειών τους. Θέλησαν με άλλα λόγια, για να επανέλθουμε πάλι σε παλιούς δοκιμασμένους και πάντα σημαντικούς όρους, να επιλύσουν εξειδικευμένα ζητήματα τακτικής αφήνοντας τη στρατηγική στο περιθώριο.

Η ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς, για την οποία έκανα ήδη λόγο και την οποία έπρεπε εξ αρχής να κάνουν σύνθημα όσοι αντιδρούν στις διαπεραστικές επικοινωνιακές κορώνες περί δήθεν ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς, βασίζεται, όπως ήδη τόνισα, στην επιτυχημένη σύζευξη στρατηγικής και τακτικής. Οι ιδεολόγοι και οι πολιτικοί σχεδιαστές της κυβερνώσας Δεξιάς, έχοντας πίσω τους κατά κανόνα πολυετείς θητείες σε αριστερά μετερίζια, αξιοποίησαν με βέλτιστους τρόπους τις θεωρητικές παρακαταθήκες της Αριστεράς στο κρίσιμο αυτό ζήτημα. Η εντεύθεν, δηλαδή η αριστερή πλευρά του πολιτικού φάσματος, έχοντας χάσει όσους αποσκίρτησαν δεν κατάφερε, μέχρι στιγμής, να επανακτήσει την ικανότητα αποτελεσματικού σχεδιασμού. Η συζήτηση είναι μεγάλη και πρέπει να διεξαχθεί με όλους τους προσιτούς και προσήκοντες τρόπους. Κυρίως, όμως, είναι ζωτικά αναγκαία για το μέλλον της χώρας και ιδίως των νεότερων γενεών της.

Κλείνοντας να πω μόνο ότι η επεξεργασία προτάσεων για τα Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ή ιδιωτικά "Πανεπιστήμια" σε περίπτωση απομάκρυνσης των σημερινών κυβερνώντων από την εξουσία είναι μεν ένα σημαντικό ζήτημα τακτικής, όχι το καθοριστικό ασφαλώς, και κάποτε πρέπει ασφαλώς να φτάσει σε μια οριστική και αποτελεσματική διευθέτηση (δεν θεωρώ ότι κρίνεται μόνον ιδεολογικά, ή από θέσεις αρχής). Το σημαντικότερο, όμως, είναι άλλο: Κατά πόσον μπορούν να εξασφαλίζονται απαντήσεις πειστικές και πολιτικά επιδραστικές σε αυτό και σε άλλα ζητήματα όταν ο ορίζοντας του πολιτικού σχεδιασμού είναι ο "δημοκρατικός καπιταλισμός", η "νέα μεταπολίτευση", ο "νέος πατριωτισμός", ή η "ηθική επανάσταση"; Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια πολιτική πράξη, η οποία στη θέση της νεοφιλελεύθερης εκσυγχρονιστικής σταθερότητας επιδιώκει να θέσει όρους που μπορεί μεν να υπερτερούν σε ηθικές συνδηλώσεις, αλλά υστερούν καταφανέστατα σε χειροπιαστή πολιτική σαφήνεια. Και πολιτική σαφήνεια, όπως μάς δίδαξε τα τελευταία χρόνια η Δεξιά στηριζόμενη στην κληρονομιά της Αριστεράς, σημαίνει παροχή σαφών απαντήσεων σε ερωτήματα του τύπου "ποιος", "από ποιον", "για ποιον" και "με ποιον".

Εν κατακλείδι, ας προφυλαχθούμε με κάθε τρόπο από μια εκ των έσω ιδεολογική άλωση, ας μην υιοθετήσουμε σιωπηρά το "πάμε κι όπου βγει".


Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΘΑΚΗ ΧΩΡΙΣ (ΠΟΛΙΤΙΚΗ) ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

 Ο Αλέξης Τσίπρας, εξ όσων διαβάζουμε, παρουσιάζεται, με εκτενή τεκμηρίωση πλέον, ως εκφραστής μιας αριστερής Realpolitik που πρέπει να προσεγγίζεται και να κρίνεται νηφάλια και απομυθοποιητικά. Παρόμοιες επισημάνσεις είχα κάνει πριν από έξι χρόνια, αμέσως μετά την ήττα των βουλευτικών εκλογών του 2019, με άρθρο μου στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

Στο παρακάτω άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη τονίζεται αυτό που κατά κανόνα αποσιωπάται και χάνεται μέσα στην κινούμενη άμμο της μικροπολιτικής και της προπαγάνδας: ότι δηλαδή ο βασικότερος όλων των παραγόντων που εξ αρχής λειτούργησαν ανασχετικά στην πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η ιστορική ήττα της παγκόσμιας Αριστεράς, αλλά και των γειτονικών της χώρων, που επήλθε με την κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" το 1989.
Ο Τσίπρας ανδρώθηκε στην πορεία των αγώνων που ακολούθησαν και οι οποίοι δεν ήσαν καθόλου ασήμαντοι, όσο κι αν είχε φύγει από την καθημερινότητα της πολιτικής πράξης η προοπτική κατάκτησης της ηγεμονίας, με την γκραμσιανή έννοια, και κατάληψης της πολιτικής εξουσίας (από το μαθητικό κίνημα του 1990-1991 έως τη γενικευμένη νεανική εξέγερση τον Δεκέμβριο του 2008).
Οι ειδικές συνθήκες της Ελλάδας της περιφερειακής και θεσμικής καθυστέρησης, πίσω από τη βιτρίνα της ψευδεπίγραφης ευημερίας και της "θωρακισμένης οικονομίας", της χρεοκοπίας και της τραγικής διαχείρισης των πρώτων μνημονιακών κυβερνήσεων, άνοιξαν στη συνέχεια τον δρόμο σε μια Αριστερά που για πρώτη φορά μετά το 1944, στην Ελλάδα, μίλησε πειστικά για την προοπτική και τη δυνατότητα ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών. Η προοπτική αυτή λειτούργησε συσπειρωτικά και συνεγερτικά (σχεδόν εξεγερτικά, θα έλεγε κανείς) και έτσι έγινε πράξη μια εξέλιξη καθόλου αρεστή στους κυρίαρχους κύκλους της νομισματικά ενωμένης και γερμανοκυριαρχούμενης Ευρώπης. Διαμέσου του δραματικού 2015, της σύγκρουσης και του αναπόφευκτου συμβιβασμού φτάσαμε ακολούθως σε μια πρωτοφανή πανευρωπαϊκά τετραετή αριστερή διακυβέρνηση, η οποία πέτυχε πολλά, δεδομένων των δυσμενών συνθηκών πάντα, αλλά και χαρακτηρίστηκε από τα λάθη και τις ανεπάρκειες των προσώπων που άσκησαν εξουσία χωρίς να έχουν προετοιμαστεί ουσιαστικά και χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει βασικά ζητήματα για το τι ακριβώς σήμαινε η πολιτική πράξη στην οποία βρέθηκαν εκτός προγράμματος.
Η ειδική αποστολή την οποία ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ και την οποία εκπλήρωσε, για τη χώρα, επιτυχέστερα από ό,τι θα μπορούσε οποιοδήποτε άλλο από τα κόμματα της εποχής, τελείωσε το 2019 με το εκλογικό ποσοστό μιας ισχυρής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι συνθήκες άλλαξαν στη συνέχεια, οι συστημικές δυνάμεις γνώριζαν το παιχνίδι της εξουσίας πολύ καλύτερα και το απέδειξαν, ο αντιπολιτευόμενος ΣΥΡΙΖΑ επέστρεψε σε μόνιμες αριστερές αδυναμίες και παθογένειες και έτσι φτάνουμε πλέον στη σημερινή κατάσταση, με την κοινωνία στη συντριπτική της πλειοψηφία να είναι απέναντι στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και την υπάρχουσα αντιπολίτευση να αδυνατεί παντελώς να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η επάνοδος του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο δεν είναι μόνο μια επιστροφή στο παρελθόν, σε ό,τι αφορά το βιβλίο, και σε κάθε περίπτωση δεν θα κριθεί ως προς αυτή τη διάσταση, την οποία σίγουρα εμπεριέχει. Είναι μία από τις πρώτες φάσεις της άρθρωσης μιας νέας πολιτικής πρότασης για το μέλλον, εν μέσω των σημερινών πολυκρίσεων και μετά από τα σαφή δείγματα πολιτικής γραφής που μέχρι σήμερα έχει δώσει μια νεοφιλελεύθερη παράταξη, στην οποία ήδη δόθηκαν δύο ευκαιρίες από τη λαϊκή ψήφο. Οι ανάγκες είναι πλέον πολλές, η κατάσταση δύσκολη, ο πήχης τοποθετημένος ψηλά και το άμεσο μέλλον θα δείξει.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Η ΕΥΡΩΠΗ ΩΘΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

 Όπως ορθά επισημαίνει ο Γιώργος Καπόπουλος στην "Εφημερίδα των Συντακτών" σε άρθρο του με τίτλο Διπλή παράκαμψη, το 2014 οι ΗΠΑ παρέκαμψαν την πρωτοβουλία των τότε Υπουργών Εξωτερικών της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Πολωνίας για συναινετική διευθέτηση των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων στην Ουκρανία, με τη γνωστή και διαβόητη πλέον Υφυπουργό Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαντ να προωθεί και να συνδέει το όνομά της με τα σχέδια για μια βίαιη ανατροπή, ένα πραξικόπημα με λαϊκή στήριξη, του εκλεγμένου Προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Ακολούθησε η εισβολή και κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία και η έναρξη της αυτονόμησης των περιοχών του Ντονμπάς (Ανατολική Ουκρανία).

Σήμερα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί: Οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκουν τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας και οι Ευρωπαίοι τη συνέχισή του. Οι ΗΠΑ φαίνονται αποφασισμένες να παρακάμψουν τις επιλογές των Ευρωπαίων και ασφαλώς μιλούν, όπως πάντα, από θέση ισχύος.

Σε σχέση με το 2014, όμως, δεν είναι μόνον η μετατόπιση των Ευρωπαίων από το στρατόπεδο των "ειρηνοποιών" σε εκείνο των "πολεμοχαρών" το μόνο πρόβλημα. Ούτε και ότι μία μεγάλη σε έκταση χώρα μεταξύ Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, την οποία θα ήθελαν να την έχουν στη σφαίρα επιρροής τους, έχει υποστεί μεγάλες καταστροφές και έχει απολέσει στην πράξη το 20% των εδαφών της. Το χειρότερο είναι ότι για τις οικονομίες της ευρωπαϊκής ηπείρου τα πράγματα σήμερα είναι πολύ χειρότερα από ό,τι πριν από δέκα-έντεκα χρόνια, εξ αιτίας της απώλειας: α. της φθηνής και προσιτής ενέργειας ρωσικής προέλευσης (φυσικό αέριο), β. μεριδίου της τεράστιας κινεζικής αγοράς, γ. συγκεκριμένων ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων σε τεχνολογίες μελλοντικά σημαντικές, όπως ηλεκτρικά αυτοκίνητα, φωτοβολταϊκά, τεχνητή νοημοσύνη κοκ., δ. της κάλυψης των αμυντικών αναγκών τους από τις ΗΠΑ, οι οποίες στο μεταξύ, καθώς και αυτές μαστίζονται από προβλήματα, τις εξαναγκάζουν να αυξήσουν κατά πολύ τις αμυντικές-πολεμικές δαπάνες.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα οποιαδήποτε επιλογή και αν ακολουθήσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες. Και για να μείνουμε στην έννοια και το πρόβλημα της παράκαμψης που υπέστη και υφίσταται η Ευρώπη: μήπως η συναίνεση στο ειρηνευτικό σχέδιο, προκειμένου να σταματήσουν οι αιματοχυσίες και να αποφευχθούν τα χειρότερα, θα έπρεπε να συνοδευτεί από μια πολύ γενναία αυτοκριτική των ισχυρών χωρών της Ευρώπης, οι οποίες επί τριάμισι χρόνια δεν έκαναν ουσιαστικές ενέργειες για την αποκατάσταση ενός ουσιαστικού διαπραγματευτικού κλίματος με τη Ρωσία και αντ' αυτού αναλώνονταν σε αλαζονικές και μυωπικά επιθετικές δηλώσεις, αναντίστοιχες με την ιστορία και τη σημερινή τους θέση στον κόσμο; 

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΟΙΧΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ ΤΗΣ ΑΝΓΚΕΛΑ ΜΕΡΚΕΛ ΚΑΙ Η (ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΗ) ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ

 Στις 31 Αυγούστου 2025 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την ημέρα που η πρώην Καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ διατύπωσε δημόσια την περίφημη φράση "Wir schaffen das" ("θα τα καταφέρουμε").

Με αυτή τη φράση δόθηκε το σύνθημα για την έναρξη αφ' ενός μιας πολιτικής ανοιχτών συνόρων απέναντι στα κύματα προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυζαν τότε την Ευρώπη προερχόμενοι από την Εγγύς και Μέση Ανατολή και με κύριο προορισμό τη Γερμανία και αφ' ετέρου μιας φάσης ανόδου της ακροδεξιάς και ξενοφοβικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland / AfD).

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, η πρώην Καγκελάριος εμμένει στην ορθότητα της απόφασης που έλαβε τότε. Η πολιτική των ανοιχτών συνόρων έχει τερματιστεί επισήμως από τη σημερινή κυβέρνηση της χώρας, τόσο σε επίπεδο διακηρύξεων όσο και ως προς τη λήψη κάποιων, έστω και αμφιλεγόμενων, μέτρων ανάσχεσης των ανθρώπινων ρευμάτων, όπως οι συνοριακοί έλεγχοι. Παρ' όλα αυτά, όμως, ο Φρίντριχ Μερτς, ο σημερινός Καγκελάριος και αλλοτινός ανταγωνιστής τής Μέρκελ, βλέπει την Ακροδεξιά να εξακολουθεί να σημειώνει άνοδο στις εκλογές και τις δημοσκοπήσεις. Στηριγμένη σε τέτοια δεδομένα, μεταξύ άλλων, η πρώην Καγκελάριος έκανε σε μία δημόσια εμφάνισή της πριν από τις τελευταίες Ομοσπονδιακές εκλογές και με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου των Απομνημονευμάτων της με τίτλο ("Freiheit") "Ελευθερία", τη δήλωση ότι η άνοδος της AfD δεν αποτελεί δικό της σφάλμα ("nicht meine Schuld").

Σε κάθε περίπτωση πάντως, και αυτό υπαγορεύει η κοινή λογική, πρέπει να δεχτούμε ότι η πολιτική-οικονομική απόφαση της Άνγκελα Μέρκελ πριν από 10 χρόνια συνέβαλε σε βάθος χρόνου στη γιγάντωση των απεχθών φαινομένων της εποχής μας που λέγονται Ακροδεξιά, ξενοφοβία και ρατσισμός. Μάλιστα η εμβέλεια της συγκεκριμένης απόφασης υπερβαίνει σαφώς τα γερμανικά σύνορα, λόγω ακριβώς του κυρίαρχου και καθοριστικού ρόλου της Γερμανίας. Από την άλλη πρέπει, πάλι με βάση στοιχειώδη λογικά και πραγματολογικά δεδομένα, να είμαστε προσεκτικοί, αποφεύγοντας στις προσεγγίσεις μας τη μονομερή απλουστευτικότητα που κατ' εξοχήν χαρακτηρίζει τις θεωρίες συνωμοσίας, στις οποίες κατά τ' άλλα θέλουμε να αντιταχθούμε.

Στην ταινία πολιτικού ντοκιμαντέρ με τίτλο zehn Jahre "wir schaffen das", zehn Jahre Rechtsruck ("δέκα χρόνια από το 'θα τα καταφέρουμε', δέκα χρόνια στροφή προς τα δεξιά") οι δημοσιογράφοι του Der Spiegel ανασυνθέτουν το ζήτημα ως προς την αφετηρία, τον τρόπο εκδήλωσης, αλλά και τις συνέπειές του μέχρι σήμερα, δίνοντάς μας την ευκαιρία να αναζητήσουμε συγκεκριμένες και πειστικές απαντήσεις στα βασικά εκείνα ερωτήματα που είναι συνυφασμένα με το πρόσφατο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.

Τρίτη 8 Ιουλίου 2025

Η ΤΣΑΪΤΕΝΒΈΝΤΕ (ZEITENWENDE) ΤΟΥ ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ

Στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου 2025, τριάμισι σχεδόν χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοινώνει ότι σκοπεύει να αυξήσει τις αποστολές αμυντικών όπλων προς την Ουκρανία κατά την επίσκεψη του Μπένγιαμιν Νετανιάχου στην Αμερική και μετά το τελευταίο τηλεφώνημα του Τραμπ με τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, από το οποίο ο πρώτος φάνηκε δυσαρεστημένος έως και οργισμένος.

Δεν γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή τι ακριβώς θα σημάνει στην πράξη αυτή η δήλωση. Φαίνεται πάντως ότι εκπέμπει έναν ευδιάκριτο και εν μέρει αναπάντεχο συμβολισμό. Και τούτο διότι ο Τραμπ, ως γνωστόν, εξελέγη με βάση την ηχηρή προεκλογική δήλωση ότι θα τελειώσει τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο σε 24 ώρες και ότι μπορεί να συνεννοηθεί και να κάνει αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες με τον Ρώσο Πρόεδρο. Είναι, επίσης, νωπές οι αναμνήσεις και οι εντυπώσεις των δηλώσεων (ιδίως στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου στις 28 Φεβρουαρίου της χρονιάς που διανύουμε), με τις οποίες εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τα πολλά χαμένα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων για χάρη ενός Προέδρου (του Ζελένσκι) και μιας χώρας (της Ουκρανίας) που δεν εννοούν να συμβιβαστούν και να δεχτούν την ειρήνη που τόσο έχουν ανάγκη, τόσο οι ίδιοι όσο και οι σύμμαχοί τους.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Τραμπ ανακρούει πρύμνη και προσχωρεί στη λογική του προκατόχου του, του Τζο Μπάιντεν, και του τμήματος του αμερικανικού κατεστημένου που αυτός εκπροσωπούσε, σύμφωνα με την οποία η Ουκρανία είναι ζώνη ζωτικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών και ως εκ τούτου πρέπει να ανακοπεί η επέλαση της Ρωσίας, για την οποία πάλι, σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του Πούτιν, η Ουκρανία είναι τμήμα της, με επίκληση του απώτερου κοινού ιστορικού παρελθόντος και της πολιτισμικής συγγένειας.

Ο Τραμπ ήταν ειλικρινής ως προς τον χρονικό προσδιορισμό των "24 ωρών". Έκανε δηλαδή συγκεκριμένες κινήσεις και βήματα που έδειχναν ότι όντως θα ήθελε να οδηγήσει τον πόλεμο σε έναν σύντομο τερματισμό. Ήταν επίσης απολύτως ειλικρινής και εύστοχος όσον αφορά τον ακριβή προσδιορισμό των εμπλεκομένων: οι πραγματικά συγκρουόμενες δυνάμεις δεν είναι ούτε οι Ουκρανοί, ούτε οι άλλοι Ευρωπαίοι, αλλά η Αμερική και η Ρωσία, όπως λέγαμε λίγες δεκαετίες παλιότερα, κατά την όχι και τόσο μακρινή εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Σ' αυτούς οφείλεται και απ' αυτούς εξαρτάται η πορεία και η έκβαση των εξελίξεων σε παγκόσμιας εμβέλειας συγκρούσεις.

Το πρόβλημα για τον Τραμπ, από ό,τι φαίνεται, είναι ότι οι δικές του προθέσεις δεν εναρμονίζονται με εκείνες των άλλων παραγόντων. Η Ρωσία δεν βιάζεται καθόλου να τερματίσει έναν πόλεμο, στον οποίον βέβαια έχει την υπεροχή, όμως δεν έχει κερδίσει ακόμη όσα θα ήθελε - αν όχι να καταλάβει ολόκληρη την Ουκρανία, τουλάχιστον να την καταστήσει ένα περίκλειστο κράτος, στερώντας της την έξοδο στον Εύξεινο Πόντο, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τις άλλες ιδέες που ακούγονται, του κατακερματισμού ή της καντονοποίησης. Ο Ζελένσκι, ασφαλώς, ενδιαφέρεται για τη συνέχιση ενός πολέμου, από τον οποίον εξαρτάται η ίδια η ύπαρξή του, πολιτική ή ακόμη και φυσική. Το στρατιωτικό-βιομηχανικό κατεστημένο των ΗΠΑ θέλει να συνεχίσει να παράγει και να πουλά όπλα, ενώ οι αδύναμες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και οικονομικές ελίτ θέλουν επίσης να συνεχίσουν να πουλούν όπλα, καθώς βλέπουν στην πολεμική βιομηχανία τον μόνο (σχεδόν) οικονομικό κλάδο που αποδεικνύεται υπό τις παρούσες συνθήκες επικερδής γι' αυτές.

Στους αδύναμους και ετεροκαθοριζόμενους Ευρωπαίους ο Τραμπ ίσως πρέπει να αναγνωρίσει έστω μία πολύ μικρή μεν, αλλά συμβολικά σημαντική οφειλή. Πρόκειται για τον όρο Τσαϊτενβέντε (Zeitenwende), αλλαγή / καμπή εποχής ή ιστορική τομή, τον οποίο χρησιμοποίησε ο τέως Καγκελάριος Όλαφ Σολτς στην πρώτη του ομιλία στο γερμανικό Κοινοβούλιο μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία στα τέλη Φεβρουαρίου 2022.

Η αλλαγή της εποχής συνίσταται στη συνειδητοποίηση της ρωσικής απειλής και στην αύξηση των αμυντικών δαπανών αλλά και των πολεμικών προετοιμασιών για την αποτροπή ή και, ενδεχομένως, για την αντιμετώπισή της, σε αντίθεση με την "άνεση" των προηγούμενων δεκαετιών που χαρακτηρίζονταν από επενδύσεις σε ειρηνικές δραστηριότητες. Οι προσεχείς εξελίξεις θα δείξουν εάν όντως ο Ντόναλντ Τραμπ προσχωρεί σε αυτή τη λογική - που είναι, όπως είπαμε, η λογική των πολιτικών του αντιπάλων στην Αμερική και των Ευρωπαίων εταίρων του που επιδιώκει να πιέσει και να υποβαθμίσει περαιτέρω - ή εάν είναι ένα από τα πάρα πολλά επεισόδια των μεταστροφών των διαθέσεών του, για τις οποίες σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά, ίσως ακόμη ούτε και ο ίδιος, εάν είναι αποτελέσματα συναισθηματικών ξεσπασμάτων ή μέρη μιας ευρύτερης, σύνθετης και επιδέξιας στρατηγικής για την αλλαγή των όρων των διεθνών πολιτικών και διπλωματικών παιγνίων και συσχετισμών. 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ

Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Τάσος Τσακίρογλου σε podcast της efsyn, στο πεδίο της ερμηνείας της ιστορίας διεξάγονται οι ιδεολογικές συγκρούσεις που, κατά κανόνα, έχουν τις ρίζες και τις αιτίες τους στο παρόν. Το ιστορικό παρελθόν γίνεται έτσι ένα είδος αντεστραμμένου μέλλοντος του παρόντος.