Βρισκόμαστε εν μέσω της θερινής ραστώνης του 2026, η οποία όμως, σε αντίθεση με όσα γνωρίζαμε παλιά, κάθε άλλο παρά ήρεμα και αδιάφορα κυλά.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η σημασία που προσιδιάζει στην παρούσα θερινή περίοδο σε σχέση με όσα μέλλονται και προδιαγράφονται. Σε αυτή τη σειρά ερωτημάτων θα αφιερώσω λίγες σκέψεις, με την παράκληση και την ελπίδα να προσεχθούν και να ωφελήσουν.
Η χώρα κυβερνάται επί επτά χρόνια από τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πρόκειται για ένα μεγάλο διάστημα για τα ελληνικά δεδομένα και ενδέχεται ο σημερινός Πρωθυπουργός, τον οποίο στο ξεκίνημά του πολλοί περιφρονούσαν και υποτιμούσαν, να αποδειχθεί ικανότερος και μακροβιότερος διαχειριστής της κυβερνητικής εξουσίας από πολλούς προκατόχους του, ιδίως δε από αυτούς που, σύμφωνα με την παραδοσιακά επικρατούσα εικόνα πάντα, φάνταζαν κατά πολύ αξιότεροι και ισχυρότεροί του.
Η συζήτηση για την ήττα και την αντικατάστασή του διαρκεί επίσης πολλά χρόνια, τέσσερα τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αν θεωρήσουμε ότι στα τρία πρώτα χρόνια της πρώτης του θητείας, με την καθοριστική συνδρομή της πανδημίας επικράτησε ένα κλίμα αναγκαστικής συσπείρωσης γύρω από τον ηγέτη (για τους φίλους και τους υποστηρικτές του) ή στοχευμένης αναμονής για καταλληλότερες συνθήκες πολιτικής αντιπαράθεσης (για τους αντιπάλους του).
Εν τούτοις, ως γνωστόν, έχει αποδειχθεί και εξακολουθεί να αποδεικνύεται ανθεκτικός. Δείχνει επίσης αποφασισμένος να παρατείνει την παραμονή του στην κυβερνητική εξουσία και ως χειροπιαστό στήριγμά του σε ένα τέτοιο πολιτικό στοίχημα έχει αυτή τη στιγμή την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις.
Εάν, λοιπόν, η πολιτική του ανθεκτικότητα είναι δεδομένη, τίθεται το ερώτημα πού ακριβώς οφείλεται - πέρα από το προφανές προτέρημά του να αποδεικνύεται στην πράξη ικανότερος από όσο η προσωπική του ακτινοβολία επιτρέπει να συμπεράνουμε.
Στον αντιπολιτευτικό λόγο των τελευταίων ετών μπορεί κανείς να διακρίνει πλείστες όσες επικριτικές, επιθετικές και απαξιωτικές προσεγγίσεις. Το ζητούμενο, όμως, είναι εάν αυτές θα μπορούσαν από μόνες τους να οδηγήσουν σε αντιστροφή του κλίματος και ανατροπή των συσχετισμών. Κάποτε, ή μάλλον πολλές φορές, στο παρελθόν ήταν εφικτό ή ακόμη και εύκολο να συντελεστεί μια τέτοιου είδους μετάβαση, δηλαδή η αντίδραση, η οργή, η αγανάκτηση και η διαμαρτυρία να οδηγήσουν στη μαζική υποστήριξη μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με τελική κατάληξη την αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας. Κανείς δεν θα ισχυριζόταν ότι αυτό συμβαίνει και σήμερα. Η τεράστια δημοσκοπική διαφορά ανάμεσα στο 70% όσων δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και το 16%, στο οποίο εν πολλοίς κυμαίνεται η πρόθεση ψήφου υπέρ του προπορευόμενου αντιπολιτευόμενου κόμματος πρέπει με κάποιο τρόπο να εξηγηθεί και να μετουσιωθεί σε συγκεκριμένη πολιτική.
Είναι το κρίσιμο και πολύπλοκο ερώτημα του προσεχούς διαστήματος. Όλοι θα αναμετρηθούν με αυτό και θα κριθούν από τις (έμπρακτες) απαντήσεις που θα δώσουν. Τι εικόνα έχουμε μέχρι στιγμής;
Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ένα πολυσυλλεκτικό σχήμα που οφείλει την επιτυχία του πρωτίστως σε μια επιτυχημένη σύζευξη μεταξύ στρατηγικής και τακτικής. Πυρήνας της στρατηγικής είναι η διατήρηση μιας οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας, προς όφελος βεβαίως των ισχυρών παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Η αποδοχή της ανάγκης για σταθερότητα είναι η ιδεολογική προϋπόθεση της επίτευξής της, κατά συνέπεια και της κυβερνητικής μακροημέρευσης όσων την πρεσβεύουν. Η επιτυχής τεχνοκρατική διαχείριση της σταθερότητας είναι το έμπρακτο αντίκρισμα της ασκούμενης πολιτικής, συνώνυμη με το μυστικό της επιτυχίας της. Ο βαθμός στον οποίο ο πολίτης αγνοεί ή παραβλέπει τις αρνητικές πλευρές της ασκούμενης πολιτικής (ξεκινώντας από το ρεκόρ νεκρών στην πανδημία και φτάνοντας μέχρι τις για πολλοστή φορά ανεξέλεγκτες πυρκαγιές και την οφθαλμοφανή κάμψη του εγχώριου τουρισμού στη φετινή θερινή περίοδο) αποτελεί τρόπον τινά άμεση αντανάκλαση της ιδεολογικής κυριαρχίας των πολιτικά κυρίαρχων, στοιχειοθετεί, για να επανέλθουμε σε πολυχρησιμοποιημένους πλην σημαντικούς όρους, την ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς.
Τι συμβαίνει στην απέναντι πλευρά; Όταν μιλούμε για απέναντι πλευρά, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι έχουμε κατά νου πρωτίστως την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), τον νέο πολιτικό σχηματισμό που συγκροτήθηκε εξ αρχής με τη φιλοδοξία και τη στόχευση να λειτουργήσει ως πειστική εναλλακτική κυβερνητική προοπτική. Φαίνεται, και αυτή είναι η θέση μου κρίνοντας με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ότι οι πρωταγωνιστές του νέου εγχειρήματος επιδίωξαν να επεξεργαστούν και να υποστηρίξουν πολλές, ή αρκετές έστω, αλλαγές σε επίπεδο διαχείρισης του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς μια εις βάθος συνοδευτική επίγνωση των μακροπρόθεσμων συνεπειών τους. Θέλησαν με άλλα λόγια, για να επανέλθουμε πάλι σε παλιούς δοκιμασμένους και πάντα σημαντικούς όρους, να επιλύσουν εξειδικευμένα ζητήματα τακτικής αφήνοντας τη στρατηγική στο περιθώριο.
Η ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς, για την οποία έκανα ήδη λόγο και την οποία έπρεπε εξ αρχής να κάνουν σύνθημα όσοι αντιδρούν στις διαπεραστικές επικοινωνιακές κορώνες περί δήθεν ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς, βασίζεται, όπως ήδη τόνισα, στην επιτυχημένη σύζευξη στρατηγικής και τακτικής. Οι ιδεολόγοι και οι πολιτικοί σχεδιαστές της κυβερνώσας Δεξιάς, έχοντας πίσω τους κατά κανόνα πολυετείς θητείες σε αριστερά μετερίζια, αξιοποίησαν με βέλτιστους τρόπους τις θεωρητικές παρακαταθήκες της Αριστεράς στο κρίσιμο αυτό ζήτημα. Η εντεύθεν, δηλαδή η αριστερή πλευρά του πολιτικού φάσματος, έχοντας χάσει όσους αποσκίρτησαν δεν κατάφερε, μέχρι στιγμής, να επανακτήσει την ικανότητα αποτελεσματικού σχεδιασμού. Η συζήτηση είναι μεγάλη και πρέπει να διεξαχθεί με όλους τους προσιτούς και προσήκοντες τρόπους. Κυρίως, όμως, είναι ζωτικά αναγκαία για το μέλλον της χώρας και ιδίως των νεότερων γενεών της.
Κλείνοντας να πω μόνο ότι η επεξεργασία προτάσεων για τα Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ή ιδιωτικά "Πανεπιστήμια" σε περίπτωση απομάκρυνσης των σημερινών κυβερνώντων από την εξουσία είναι μεν ένα σημαντικό ζήτημα τακτικής, όχι το καθοριστικό ασφαλώς, και κάποτε πρέπει ασφαλώς να φτάσει σε μια οριστική και αποτελεσματική διευθέτηση (δεν θεωρώ ότι κρίνεται μόνον ιδεολογικά, ή από θέσεις αρχής). Το σημαντικότερο, όμως, είναι άλλο: Κατά πόσον μπορούν να εξασφαλίζονται απαντήσεις πειστικές και πολιτικά επιδραστικές σε αυτό και σε άλλα ζητήματα όταν ο ορίζοντας του πολιτικού σχεδιασμού είναι ο "δημοκρατικός καπιταλισμός", η "νέα μεταπολίτευση", ο "νέος πατριωτισμός", ή η "ηθική επανάσταση"; Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια πολιτική πράξη, η οποία στη θέση της νεοφιλελεύθερης εκσυγχρονιστικής σταθερότητας επιδιώκει να θέσει όρους που μπορεί μεν να υπερτερούν σε ηθικές συνδηλώσεις, αλλά υστερούν καταφανέστατα σε χειροπιαστή πολιτική σαφήνεια. Και πολιτική σαφήνεια, όπως μάς δίδαξε τα τελευταία χρόνια η Δεξιά στηριζόμενη στην κληρονομιά της Αριστεράς, σημαίνει παροχή σαφών απαντήσεων σε ερωτήματα του τύπου "ποιος", "από ποιον", "για ποιον" και "με ποιον".
Εν κατακλείδι, ας προφυλαχθούμε με κάθε τρόπο από μια εκ των έσω ιδεολογική άλωση, ας μην υιοθετήσουμε σιωπηρά το "πάμε κι όπου βγει".